Δ. Χαραλάμπη: Εσχατη μεν, λύση δε

ΠΡΟΩΡΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ

Εσχατη μεν, λύση δε

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗ*

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 26 Ιουλίου 2009


Η μη αξιοποίηση της δυνατότητας προσφυγής στα κάλπες, που δίνει το άρθρο 32 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει τα της εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας, θα καθιστούσε την αντιπολίτευση συνυπεύθυνη για την παραμονή στην εξουσία της χειρότερης εκλεγμένης κυβέρνησης που είχε η χώρα μετά τον πόλεμο.

Δεν είναι δυνατόν το ΠΑΣΟΚ να απεμπολήσει αυτή τη δυνατότητα όταν η καταστρατήγηση των θεμελιωδών αξιών, που ορίζουν τη δημοκρατική ταυτότητα του Συντάγματος, χαρακτηρίζει εξόφθαλμα πλέον τη διακυβέρνηση της Ν.Δ. Τη στιγμή, δηλαδή, που έχει τεθεί αντικειμενικά πλέον ένα ύψιστο θέμα πολιτικής ευθύνης της αντιπολίτευσης.

Ως εκ τούτων, η προσφυγή στο λαό έχει απόλυτη προτεραιότητα και δεν θίγει την προσωπικότητα του προέδρου, του οποίου την επανεκλογή άλλωστε δεσμεύτηκε ότι θα υποστηρίξει το ΠΑΣΟΚ, ως πλειοψηφία. Πρόκειται για «θεσμική εκτροπή» (Κασιμάτης); Καθιστά η πρόθεση αυτή το Σύνταγμα «ερμηνευτικό περίγελο» (Τσάτσος); Είναι «τα μόνα θεμιτά κριτήρια για την εκλογή προέδρου αυτά που αφορούν την προσωπικότητα και πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου» (Τσάτσος); Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της διάταξης;

Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 41, παρ. 1), προβλεπόταν ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν διαπίστωνε δυσαρμονία μεταξύ κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και βούλησης του εκλογικού σώματος, είχε την αρμοδιότητα να διαλύσει τη Βουλή, ώστε η κάλπη να διορθώσει αυτή την αναντιστοιχία. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα της αναθεώρησης του 1986 ήταν να καταργηθούν αυτές οι «υπερεξουσίες» και να περάσει στη Βουλή αυτή η καθοριστική αρμοδιότητα, υπό την έννοια όμως ότι η ίδια η διαδικασία της εκλογής προέδρου αναδεικνύει σε δείκτη δυσαρμονίας μεταξύ κυβερνητικής πλειοψηφίας και λαϊκής βούλησης την αδυναμία εκλογής προέδρου και προβλέπει προσφυγή στις κάλπες, ώστε να λυθεί αυτή η αντίφαση. Η αναθεώρηση, δηλαδή, ανέδειξε την αντιμετώπιση της πιθανής αναντιστοιχίας μεταξύ κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και λαού ως ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο της διαδικασίας εκλογής προέδρου.

Ακόμη και αν επικεντρώσουμε το νόημα της συγκεκριμένης διάταξης στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής συναίνεσης στο πρόσωπο του προέδρου, αφού η αναζήτηση της μέγιστης δυνατής συναίνεσης, μη επιτευχθείσα στην υπάρχουσα Βουλή, ολοκληρώνεται και επισφραγίζεται με την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, ουδόλως θίγεται το κύρος του θεσμού του ρυθμιστή του πολιτεύματος. Αντιθέτως, επιβεβαιώνεται με την ανανέωση της λαϊκής εντολής ως της τελικής και αυθεντικής νομιμοποιητικής βάσης και της εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά η αναθεώρηση ενέταξε στο σώμα του Συντάγματος μια επιπλέον θεσμική δυνατότητα πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Πλέον, δηλαδή, των ρητώς προβλεπομένων τεσσάρων λόγων, εκ των οποίων η ανανέωση της λαϊκής εντολής λόγω εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας έχει υποστεί την περισσότερο προσχηματική χρήση.

Αυτή η επιπλέον δυνατότητα λειτουργεί ως αντικειμενικό «αντίβαρο» σε μια κυβερνητική πλειοψηφία η οποία έχει χάσει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, εφόσον διαμορφώνει συνθήκες υποχρεωτικής προσαρμογής των κομμάτων στα αριθμητικά δεδομένα. Ουδείς θα διακινδύνευε προσφυγή στην εκλογική αναμέτρηση αν δεν ήταν σίγουρος ότι θα είχε την εμπιστοσύνη των εκλογέων. Αρα, οι διατάξεις του άρθρου 32, αφού προβλέπουν εκλογές, έστω και ως «έσχατο μέσο λύσης» (Τσάτσος), αναφέρονται όχι αποκλειστικά στο πρόσωπο του υποψηφίου, αλλά και στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της δημοκρατικής αρχής.

Τελικά, δεν είναι δυνατόν τη στιγμή που με το νέο ΠΔ 81/09 για τους μετανάστες εξευτελίζεται η θεμελιώδης έννοια σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (Σ. άρθρο 2 παρ. 1), τη στιγμή που η γνωμοδότηση Σανιδά ανατρέπει κάθε έννοια προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας (Σ. άρθρο 19), τη στιγμή που η κατά το δοκούν απόσυρση των βουλευτών της πλειοψηφίας και το κλείσιμο της Βουλής αναιρούν κάθε έννοια λογοδοσίας, να εγκλωβιζόμαστε σε μια συζήτηση περί «θεσμικής εκτροπής» όταν στην πράξη θίγονται πλέον τα αξιακά θεμέλια του Συντάγματος ενώπιον μιας κυβέρνησης «παραπλανηθέντων» υπουργών την οποία εγγυάται ο κ. Παυλίδης. Ας σταματήσουμε, έστω αυτή την κρίσιμη στιγμή, να προκρίνουμε τον σεβασμό των οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος, έναντι του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία νομιμοποιούν τη Δημοκρατία μας ως τέτοια.

*Ο ΔΗΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ είναι καθηγητής Πολ. Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της Ελλ. Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.

Θανάση Τεγόπουλου

Ο πρόεδρος και η εξουσία

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Αρθρο του εκδότη της «Ε» και της «Κ.Ε.», Θανάση Τεγόπουλου, για την ιστορία του προεδρικού θεσμού, τις αρχικές υπερεξουσίες του προέδρου, την κατάργησή τους και τη μετάλλαξη του νοήματος της διαδικασίας εκλογής που έμεινε αναλλοίωτη (διαβάστε)

Του Γιάννη Ζ. Δρόσου

ΤΑ ΝΕΑ, 22/07/2009, Σελ. 8-9


Του Γιάννη Ζ. Δρόσου

Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών

Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ πρόταση γνωστού βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να μην ψηφισθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να προκληθούν εκλογές και στη συνέχεια να προταθεί η επανεκλογή του- αν αποδόθηκε σωστά ίσως και να μην είναι το άριστο δείγμα μιας coretezza costituzionale. Μάλλον τσιφτολεβέντικη πονηρία δείχνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Ο θόρυβος προεξαγγέλθηκε με άρθρο που έγραψε πριν από καμιά δεκαριά μέρες θαυμαστώς πως λάμψας παλαιός συνταγματολόγος του οποίου τα έργα, εξίτηλα πάντα ταχύ έγιναν, ταχύ δε και παντελής λήθη κατέχωσεν . Σε αυτό αποφάνθηκε ότι αν ένα κόμμα δηλώσει ότι δεν ψηφίζει κανέναν υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου να οδηγηθεί η χώρα υποχρεωτικά σε εκλογές, προκαλεί την πρόωρη διάλυση της βουλής για λόγο που δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει το Σύνταγμα και επιπλέον σφετερίζεται την αρμοδιότητα για πρόωρη διάλυση της βουλής, ενώ δεν την έχει από το Σύνταγμα. Μην τύχει και θελήσετε δηλαδή εκλογές που προβλέπει το Σύνταγμα γιατί παρανομείτε!

Όμως οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις δεν εξαρτούν το συνταγματικό κύρος της συμμετοχής ή της μη συμμετοχής των βουλευτών στην ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τους λόγους για τους οποίους μετέχουν ή δεν μετέχουν σε αυτήν. Άλλωστε, ο αναθεωρητικός νομοθέτης είχε δύο τουλάχιστον φορές τη δυνατότητα να απεξαρτήσει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το ενδεχόμενο εκλογών και δεν το έπραξε. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας έχει ρυθμιστεί έτσι, ώστε αν η αξιωματική αντιπολίτευση (ή και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως συνέβη με τη Νέα Δημοκρατία το 1990) δεν συμφωνήσει στο προτεινόμενο πρόσωπο, να προκαλούνται τελικά γενικές βουλευτικές εκλογές και νέα κυβέρνηση.

Εκλεπτυσμένη, στην ίδια όμως κατεύθυνση, αναπτύσσεται η γνώμη του καθηγητή Δημήτρη Τσάτσου. Δεν φαίνεται να θέτει, τουλάχιστον όχι ευθέως, θέμα παραβίασης του Συντάγματος, ρητά δε σημειώνει ότι αν δεν γίνουν όσα φρονεί κυρώσεις δεν προβλέπονται. Και αυτός όμως θεωρεί ότι τα μόνα «θεμιτά» κριτήρια της στάσης ενός κόμματος εν όψει προεδρικής εκλογής είναι εκείνα που αφορούν την προσωπικότητα και την πολιτική καταλληλότητα του προσώπου του Προέδρου. Όμως γιατί μόνον αυτά; Μάλλον χωρίς νομικό επιχείρημα, γι΄ αυτό και τα πομπώδη «εργαλείο στη διάθεση εκείνων που για λόγους ασχέτους...», «ερμηνευτικός περίγελως» κ.λπ.

Τα πράγματα είναι τελικώς απλά: νομική υποχρέωση κόμματος ή βουλευτή να μετάσχει κάπως ή αλλιώς στην ψηφοφορία ή να μη μετάσχει δεν υπάρχει. Ακόμη περισσότερο: όταν υπάρχει ρητή συνταγματική δυνατότητα προσφυγής στις εκλογές και πολιτική και κοινωνική δυναμική που τις καθιστά από αναγκαίες εφικτές, το πράγμα τελειώνει εδώ. Κατά τα λοιπά, πολυλογία που θεωρεί ότι η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία- και μάλιστα όταν αυτό ρητά προβλέπεται από το Σύνταγμαείναι δήθεν παραβίαση του Συντάγματος, έχει ξεπεραστεί ιστορικά από την εποχή του Χοϊδά, του Σγουρίτσα και του Αρναούτη...

Νομίζω πάντως ότι ο θόρυβος προέρχεται μάλλον από τα πρόσωπα που τον προκαλούν παρά από τις απόψεις τους. Στα τελευταία τριάντα τόσα πια χρόνια που παρατηρώ τα συνταγματικά τεκταινόμενα, το Σύνταγμα χρησιμοποιείται, από κάθε πλευρά, όχι ως σταθερό δημοκρατικό πλαίσιο διεξαγωγής των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων, αλλά για το αντίθετό του: ως εργαλείο για να επιβληθούν σκοπιμότητες, κομματικές, εσωκομματικές, ατομικές ή άλλες, σαν δήθεν συνταγματικές επιταγές ή απαγορεύσεις, σαν διαταγές δηλαδή που βρίσκονται έξω από τον κανόνα του δημοκρατικού παιχνιδιού. Αυτό συμβαίνει συχνά, κάποτε και διαφανώς ευθηνά, με τρόπο μάλιστα που μας θυμίζει το αποδιδόμενο στον Τζούλιο Αντρεότι, ότι η εξουσία είναι πολύ βρώμικο πράγμα όταν δεν την έχεις...




Του Άλκη Δερβιτσιώτη,

Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Θράκης


Η συζήτηση η οποία άρχισε με αφορμή τις τοποθετήσεις δύο εκ των κορυφαίων συνταγματολόγων μας έπρεπε ήδη να έχει διεξαχθεί κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, τόσο στη Ζ΄ όσο και στην Η΄ Αναθεωρητική Βουλή. Υπενθυμίζω ότι κατά τις συζητήσεις στη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή είχε προταθεί, χωρίς όμως να υιοθετηθεί και θεσπιστεί, η απάλειψη της διαδικασίας της διάλυσης της Βουλής και της διενέργειας εκλογών εάν δεν τελεσφορήσουν οι τρεις προβλεπόμενες στο άρθρο 32 του Συντάγματος ψηφοφορίες με αυξημένη πλειοψηφία των βουλευτών για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Όπως έχει η διάταξη του άρθρου 32 του Συντάγματος, η διάλυση της Βουλής προβλέπεται όταν διαπιστωθεί αδυναμία επίτευξης της αυξημένης πλειοψηφίας σε έναν υποψήφιο. Υπό την ανωτέρω εκδοχή οι εκφρασθείσες απόψεις είναι θεωρητικώς υποστηρίξιμες.

Εξίσου υποστηρίξιμο όμως είναι ότι η συνταγματική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 32 δεν παραβιάζεται τυπικά από την «πρόταση Παπανδρέου», όπως δεν παραβιάζεται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό το άρθρο 41 παράγραφος 2 του Συντάγματος που προβλέπει την κυβερνητική διάλυση του Βουλής. Από το 1977 και εντεύθεν εφαρμόζεται το άρθρο 41 παράγραφος 2 για λόγους που ενίοτε εμπίπτουν στην έννοια του «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» και ενίοτε είναι προσχηματικοί.


Του Κώστα Μποτόπουλου,

Συνταγματολόγου- μέλους Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ


Το Σύνταγμα καθορίζει και περιγράφει πολιτικούς θεσμούς, δηλαδή θεσμούς στην υπηρεσία του πολιτεύματος (και των πολιτών) αλλά στα χέρια των πολιτικών. Η συνταγματική επιστήμη παρουσιάζει τις πιθανές λύσεις εντός του πλαισίου που θέτει το Σύνταγμα, οι πολιτικές αποφάσεις τούς δίνουν περιεχόμενο. Δεν υπάρχει σύγκρουση, μόνο αναγκαία αλληλοσυμπλήρωση επιστημονικών κανόνων και πολιτικών επιλογών για τη λειτουργία των θεσμών.

Στο θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, η παγκοσμίως πρωτότυπη διάταξη του Ελληνικού Συντάγματος επιτάσσει βουλευτικές εκλογές αν δεν επιτευχθεί αριθμητική και πολιτική συναίνεση στη Βουλή. Η συναίνεση για το πρόσωπο, αλλά και η κατάφαση για την πολιτική στιγμή, επιζητούνται αλλά δεν προεξοφλούνται. Η διάλυση της Βουλής και η διενέργεια εκλογών είναι μια γνωστή εκ των προτέρων θεσμική πιθανότητα, την οποία οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται, ανάλογα με τις περιστάσεις και τον συσχετισμό δυνάμεων, να ενεργοποιήσουν ή όχι. Διάλυση της Βουλής σημαίνει άρνηση συναίνεσης με αφορμή έναν θεσμό, κάτι που ασφαλώς αποτελεί βαριά και με επιπτώσεις απόφαση σε μια Δημοκρατία, αλλά - ατυχώς ίσως- μια από τις πιθανές επιλογές στο πλαίσιο του ισχύοντος συνταγματικού κανόνα. Θυμίζω ότι κάθε φορά που πλησίαζε η προεδρική εκλογή ενεργοποιούνταν- και ευλόγως- τα σενάρια περί βουλευτικών εκλογών και επίσης ότι σήμερα δεν είναι ένα μόνο το κόμμα, αλλά σύσσωμη η αντιπολίτευση που κρίνει ότι απαιτείται επαναπροσδιορισμός της σχέσης «σύνθεση της Βουλής - λαϊκό αίσθημα».


Λίνα Παπαδοπούλου: «Έσχατο μέσο» για ριζική πολιτική διαφωνία οι εκλογές


Οι εκλογές ως «έσχατο μέσο»

Της Λίνας Παπαδοπούλου

Λέκτορα Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Επιτρέπεται συνταγματικά η άρνηση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να υπερψηφίσει τον προτεινόμενο από την Κυβέρνηση -και αποδεκτό από την ίδια- Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να προκαλέσει εθνικές εκλογές; Στο ερώτημα αυτό συνοψίζεται η διαφωνία σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 32 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει την προκήρυξη εκλογών σε περίπτωση που κανείς των προτεινόμενων από τα πολιτικά κόμματα υποψηφίων δεν συγκεντρώσει τα δύο τρίτα (στην πρώτη και δεύτερη ψηφοφορία) ή τα τρία πέμπτα (στην τρίτη ψηφοφορία) του όλου αριθμού των βουλευτών.

«Οι πρόωρες εκλογές είναι αυτές που τίθενται στη διάθεση μιας προεδρικής εκλογής ως ultimum remedium. Δηλαδή, ως ‘έσχατο μέσο λύσης’», υπογραμμίζει ορθώς ο κορυφαίος Έλληνας και Ευρωπαίος συνταγματολόγος καθηγητής κ. Δ. Θ. Τσάτσος. (Καθημερινή τη Κυριακής, 19/07/2009). Αποτελεί, όμως, αποκλειστικά και μόνο η «προσωπικότητα και η πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου για το ύπατο αξίωμα της χώρας» (Γ. Κασιμάτης, Το Παρόν 12/07/2009) το κριτήριο που επιτρέπει άρνηση σύμπραξης και πρόκληση εκλογών; Η αρνητική απάντηση φαντάζει σχεδόν αυτονόητη. Θα υποτιμούσε τόσο τη λογική όσο και έναν ολόκληρο λαό να δεχτεί κανείς ότι σε μία δεδομένη στιγμή δεν υπάρχει, δεν μπορεί να βρεθεί, ούτε ένας άνθρωπος, Έλληνας ή Ελληνίδα από το χώρο της πολιτικής, της διανόησης, του πολιτισμού, αφενός πολιτικά κατάλληλος και αφετέρου αποδεκτός από το απαιτούμενο συνταγματικά φάσμα πολιτικών δυνάμεων.

Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί ρυθμιστικό και συμβολικό ρόλο, σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος, και μόνον σε οριακές και σπάνιες περιπτώσεις διαθέτει μια ελάχιστη διακριτική ευχέρεια πολιτικών χειρισμών (π.χ. προεδρική διάλυση Βουλής αν έχουν καταψηφιστεί ή παραιτηθεί δύο κυβερνήσεις και η Βουλή δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, αναπομπή νομοσχεδίου, επιλογή του Πρωθυπουργού υπηρεσιακής εκλογικής Κυβέρνησης από τους Προέδρους των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας). Το «πολιτικά ανεύθυνο» του Προέδρου της Δημοκρατίας και οι συνταγματικά περιορισμένες και ονομαστικά προσδιορισμένες αρμοδιότητές του διευκολύνουν αισθητά την ανεύρεση κατάλληλου προσώπου και την καθιστούν σε κάθε περίπτωση δυνατή – εφόσον είναι και πολιτικά επιθυμητή.

Αν, αντιθέτως, το Σύνταγμα έθετε την προσωπικότητα του υποψηφίου Προέδρου ως το μόνο κριτήριο συμφωνίας, θα όριζε συνεχείς διαβουλεύσεις και διερεύνηση πιθανών υποψηφιοτήτων και δεν θα προέβλεπε ως θεσμική δυνατότητα τη διεξαγωγή εκλογών. Προς αυτή την κατεύθυνση, εξάλλου, κινούνταν η πρόταση του ΠΑΣΟΚ κατά τη διαδικασία των δύο τελευταίων συνταγματικών αναθεωρήσεων για αναθεώρηση του άρθρου 32 Συντ., η οποία δεν έγινε δεκτή από την Νέα Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν συνταγματικά θεμιτή ούτε η εκ των προτέρων άρνηση του ΚΚΕ να συμπράξει με τα «αστικά» κόμματα για την εκλογή Προέδρου, ανεξάρτητα από την προσωπικότητα των υποψηφίων.

Από τα προηγούμενα συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπό το ισχύον Σύνταγμα -και ανεξάρτητα από τη δικαιοπολιτική ανάγκη αναθεώρησής του, ή ίσως και επιβεβαιώνοντάς την - η διαφωνία των κομμάτων που οδηγεί στην προκήρυξη εκλογών ως «έσχατο μέσο λύσης» είναι πάντοτε και κατ’ ανάγκη πολιτική, ενώ η διαφωνία επί του προσώπου είναι σε κάθε περίπτωση προσχηματική. Και βέβαια η πολιτική διαφωνία, ως συνταγματικά θεμιτή, δεν υποχρεούται να ενδύεται ψευδώς το μανδύα της διαφωνίας επί των προσώπων. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η προσφυγή στις κάλπες προβλέπεται ως «έσχατη λύση» σημαίνει ότι δεν πρέπει να προκαλείται από την καθημερινή και αναμενόμενη τρέχουσα διαφωνία μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, αλλά από μια βαθιά, ριζική και αναφερόμενη στην ίδια τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και το περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής διαφωνία που ως τέτοια γνωρίζει μία μόνον -έσχατη- λύση, την αναγωγή στη λαϊκή βούληση.

Στην προκείμενη περίπτωση η ριζική διαφωνία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης πηγάζει από την πεποίθησή της ότι η παρούσα Κυβέρνηση δεν πορεύτηκε εντός του πλαισίου της συνταγματικής ορθότητας ή/και νομιμότητας: αποδυνάμωσε τις ανεξάρτητες αρχές και την αξιοκρατία, υπέσκαψε τις διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος τόσο στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής προκαλώντας την αποχώρηση του ΠΑΣΟΚ, όσο και κατά την ψηφοφορία με την εξαφάνιση ψηφοδελτίων σε τσέπες ψηφολεκτών και την αντικατάστασή τους με άλλα, απείχε από κρίσιμες ψηφοφορίες για τη σύσταση ειδικών ανακριτικών επιτροπών από φόβο διαρροών δικών της βουλευτών, έκλεισε εσπευσμένα τη Βουλή για σίγουρη παραγραφή ποινικών ευθυνών υπουργών της στην οριακή ψήφο των οποίων στηρίζει αντιλαϊκά μέτρα, ψήφισε νόμο περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων σε θερινό τμήμα και γενικά πορεύτηκε και πορεύεται με τρόπο που συχνά υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η συνταγματική ορθότητα και τα κοινοβουλευτικά ήθη. Έχοντας έτσι απολέσει την ηθικοπολιτική της νομιμοποίηση και ευρισκόμενη έτσι σε δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα, η Κυβέρνηση -κατά την κρίση πάντοτε του ΠΑΣΟΚ- δεν δικαιούται να κυβερνά (ή να επιβάλλει την ακυβερνησία).

Η κρίση ότι πρόκειται όντως για μια βαθιά και ριζική δικαιοπολιτική διαφωνία που δικαιολογεί την προσφυγή στην κατά το άρθρο 32 Συντ. έσχατη λύση των εκλογών είναι συνεπώς συνταγματικά θεμιτή. Ίσως μάλιστα και επιβεβλημένη, καθώς θα υπέσκαπτε το κύρος του εκλεγμένου Προέδρου μια επιδερμική συμφωνία επί του προσώπου μεταξύ πολιτικών δυνάμεων που έχουν (ή πάντως θεμιτά επικαλούνται) τόσο θεμελιακές δικαιοπολιτικές διαφωνίες. Ταυτοχρόνως είναι κρίση πολιτειακής ευθύνης, κρίση πολιτική. Ως τέτοια θα κριθεί και αυτή στις εκλογές που το ΠΑΣΟΚ προτίθεται να προκαλέσει το Μάρτιο του 2010 … αν βέβαια αυτές δεν έχουν ήδη μέχρι τότε διεξαχθεί.

«Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η μέσω της μη-συναίνεσης στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας σκόπιμη πρόκληση εκλογών για οποιονδήποτε λόγο»


Αλέξανδρου Απ. Μαντζούτσου,

Υποψήφιου Διδάκτωρα Συνταγματικού Δικαίου

στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Υπότροφου ΙΚΥ

Το παλίμψηστο πολίτευμα. Του Κώστα Χρυσόγονου

Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Το παλίμψηστο πολίτευμα

Του Κώστα Χρυσόγονου*

Η διακηρυγμένη πρόσφατα πρόθεση του ΠΑΣΟΚ να προκαλέσει βουλευτικές εκλογές τον Μάρτιο του 2010, μη ψηφίζοντας υπέρ του προτεινόμενου από τη Νέα Δημοκρατία υποψηφίου για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας (δηλ. του σημερινού προέδρου Κάρολου Παπούλια), αποτελεί καθαυτή μια σεβαστή πολιτική επιλογή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το παράδοξο έγκειται όμως στο ότι ταυτόχρονα το ίδιο κόμμα εξαγγέλλει ότι θα ψηφίσει υπέρ του ίδιου υποψηφίου μετά τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών. Πρόκειται εδώ για σαφή καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 32 του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία (δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών στις δύο πρώτες ψηφοφορίες ή έστω τριών πέμπτων στην τρίτη και τελευταία), και σε περίπτωση μη επίτευξης της πλειοψηφίας αυτής τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών, με προφανή σκοπό να αναδεικνύονται στο ύπατο αξίωμα πρόσωπα που συγκεντρώνουν μια όσο το δυνατόν ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Η συναίνεση αυτή είναι ευκταία προκειμένου να μπορεί στη συνέχεια ο Πρόεδρος να ανταποκριθεί ευχερέστερα στον υπερκομματικό και συμβολικό της εθνικής ενότητας ρόλο του. Σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί το άρθρο 32 του Συντάγματος στην παροχή στην εκάστοτε αντιπολίτευση της δυνατότητας να προκαλεί τη διάλυση της Βουλής, όταν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί το κομματικό της συμφέρον (αν και το τελευταίο μεταβαπτίζεται με περισσή ευκολία σε «εθνικό συμφέρον» από τα διψασμένα για κυβερνητική εξουσία κομματικά στελέχη).

Η προοιωνιζόμενη καταστρατήγηση της λογικής του άρθρου 32 του Συντάγματος από την αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί όμως απλά ένα ακόμη βήμα στον εξευτελισμό των συνταγματικών θεσμών, στον οποίο επιδίδονται από καιρό τα κόμματα εξουσίας. Ετσι π.χ. η κυβέρνηση επανειλημμένα, κατά την τελευταία βουλευτική σύνοδο, απέσυρε τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος από τη Βουλή, προκειμένου να μη μετάσχουν στην προβλεπόμενη μυστική ψηφοφορία για τη συγκρότηση «προανακριτικής» επιτροπής, σχετικά με την ποινική ευθύνη μελών της ίδιας της κυβέρνησης! Καταστρατηγήθηκαν έτσι τα άρθρα 60 και 86 του Συντάγματος, αφού ουσιαστικά ματαιώθηκε, υπό την υπονοούμενη απειλή της διαγραφής όποιου βουλευτή τολμούσε να μετάσχει στην ψηφοφορία, όχι μόνο η μυστικότητα της τελευταίας, αλλά και η ελεύθερη έκφραση της γνώμης και ψήφου των βουλευτών, όπως και ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Μέσα σ' αυτό το νοσηρό κλίμα της συνεχούς κατάχρησης των θεσμών, η στάση του ΠΑΣΟΚ στο θέμα της επικείμενης προεδρικής εκλογής είναι αναμενόμενη.

Το χειρότερο πάντως δεν είναι η κατάχρηση του άρθρου 32 του Συντάγματος, αλλά η περιφρονητική αγνόηση του άρθρου 29, με την καταπάτηση κάθε έννοιας εσωκομματικής δημοκρατίας. Και τούτο διότι η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να μην ψηφίσει υπέρ της υποψηφιότητας Παπούλια τον Φεβρουάριο του 2010, ώστε να προκαλέσει εκλογές τον Μάρτιο ( και στη συνέχεια να ψηφίσει Παπούλια τον Απρίλιο) δεν προέρχεται από συλλογικά όργανα του κόμματος, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο ή η κοινοβουλευτική ομάδα, και μάλιστα ύστερα από ανταλλαγή απόψεων και ψηφοφορία, όπως θα ήταν εύλογο, αν το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα δημοκρατικό ευρωπαϊκό κόμμα. Είναι μία απόφαση που λήφθηκε προσωπικά από τον αρχηγό του κόμματος και καλούνται τώρα να την υπερασπίσουν δημόσια οι πολιτικοί υποτελείς του, βουλευτές και λοιποί. Χαρακτηριστικό του κατήφορου στον οποίο βρίσκεται ο ελληνικός δημόσιος βίος είναι ότι ακόμη και ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ είχε εξαγγείλει την εκπληκτική αλλαγή πορείας στην προεδρική εκλογή του Μαρτίου του 1985 (Σαρτζετάκης αντί Καραμανλή) σε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος. Αν και η τελευταία δεν ήταν ουσιαστικά τίποτε περισσότερο από μία σύναξη χειροκροτητών, πάντως η δεύτερη γενιά της παπανδρεϊκής πολιτικής δυναστείας τηρούσε τουλάχιστον κάποια προσχήματα συλλογικής λειτουργίας. Η σημερινή τρίτη γενιά τα θεωρεί πλέον περιττά και έτσι οι βουλευτές και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ πληροφορούνται τις προσωπικές αποφάσεις του Γιώργου Παπανδρέου από τα ΜΜΕ, όπως και το υπόλοιπο φιλοθεάμον κοινό.

Και από την άλλη πλευρά όμως, η απόφαση να προταθεί η υποψηφιότητα του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας στην πρώτη του εκλογή, το 2005, λήφθηκε προσωπικά από τον πρωθυπουργό -κληρονομικό ηγεμόνα της Νέας Δημοκρατίας και ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά από τον ίδιο, σε τηλεοπτική εμφάνισή του. Τα συλλογικά όργανα και αυτού του κόμματος αγνοήθηκαν παντελώς, παρά την καίρια σημασία του ζητήματος της προεδρικής εκλογής.

Το γενικότερο συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών στην Ελλάδα καθίσταται ολοένα και πιο επιφανειακή. Κάτω από τη δημοκρατική αυτή επιφάνεια κρύβονται όμως, και ενισχύονται διαρκώς, εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού - δυναστικού χαρακτήρα, προσδίδοντας στο πολίτευμα τον χαρακτήρα παλίμψηστου. Η άποψη ότι δεν υπάρχει τίποτα το «αθέμιτο» στο να χρησιμοποιούνται οι συνταγματικοί κανόνες «για να εξυπηρετήσουν συγκυριακούς και κοντόφθαλμους πολιτικούς στόχους είτε της κυβέρνησης είτε της αντιπολίτευσης», με μόνη προϋπόθεση «να μην παραβιάζονται τυπικά οι συνταγματικές διαδικασίες» (Α. Μανιτάκης, «Ελευθεροτυπία» 21.7.2009) παρέχει επιστημονικοφανή κάλυψη στον εξευτελισμό αυτόν του πολιτεύματος. Αιδώς Αργείοι.

* Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π. Θεσσαλονίκης

Α. Μανιτάκης: Τίποτα το αθέμιτο

Α. Μανιτάκης:
Τίποτα το αθέμιτο

Ελευθεροτυπία, Τρίτη 21 Ιουλίου 2009
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ

Πλήγμα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να εκμεταλλευτεί πολιτικά την άρνηση του ΠΑΣΟΚ, να προτείνει τον Μάρτιο ως Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Κ. Παπούλια ώστε να προκηρυχτούν εθνικές εκλογές αλλά και τη δέσμευσή του ότι θα τον προτείνει μετεκλογικά, αποτελεί η τοποθέτηση του συνταγματολόγου Αντ. Μανιτάκη στην «Ε».

Ο κ. Μανιτάκης ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι αθέμιτη η χρησιμοποίηση του Συντάγματος στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού πολιτικού παιχνιδιού. Αρκεί να τηρούνται τυπικά οι συνταγματικές διαδικασίες.

«Το Σύνταγμα δεν ελέγχει τις προθέσεις, τους φανερούς ή κρυφούς στόχους των πολιτικών που το χρησιμοποιούν, όταν δεν παραβιάζουν τους κανόνες. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε καμία παραβίαση» έλεγαν άλλωστε στην «Ε» και άλλοι έγκριτοι συνταγματολόγοι.

Η πλήρης δήλωση του κ. Μανιτάκη έχει ως εξής:

«Δεν βρίσκω τίποτα το αθέμιτο, ούτε το ανορθόδοξο το να χρησιμοποιείται το Σύνταγμα, οι διαδικασίες του και οι θεσμοί του ως κανόνες ενός πολιτικού παιχνιδιού μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Προφανώς οι κανόνες και οι διαδικασίες του Συντάγματος χρησιμοποιούνται ανέκαθεν για να εξυπηρετήσουν συγκυριακούς και κοντόφθαλμους πολιτικούς στόχους είτε της αντιπολίτευσης είτε της κυβέρνησης. Ετσι γίνεται και γινόταν πάντα. Και δεν είναι ελεγκτέοι συνταγματικά οι φανεροί ή ανομολόγητοι στόχοι μιας πολιτικής απόφασης. Αρκεί να μην παραβιάζονται τυπικά οι συνταγματικές διαδικασίες. Αυτό συμβαίνει κυρίως με το θεσμό της διάλυσης της Βουλής, που από το 1977 διαλύεται για λόγους προσχηματικούς που δεν υπάγονται πάντως στην έννοια του κρίσιμου εθνικού θέματος που ορίζει το άρθρο 41 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Δεν συνέβη το ίδιο άλλωστε και το 1985 και το 1990;»

Τι συνέβη όμως εκείνες τις χρονιές;

**Το 1985 ο Α. Παπανδρέου, την τελευταία στιγμή, άλλαξε απόφαση και δεν υπέδειξε ως πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή, που συμπλήρωνε τότε την πρώτη 5ετή θητεία του. Αντ' αυτού, πρότεινε τον Χρ. Σαρτζετάκη, ανακριτή της υπόθεσης Λαμπράκη. Αμέσως μετά την εκλογή του, για να δώσει έμφαση στον λόγο της αιφνίδιας αλλαγής του, ο Α. Παπανδρέου διέλυσε τη Βουλή, προτείνοντας παράλληλα αναθεώρηση του Συντάγματος και περιορισμό των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας.

**Τον Μάρτιο του 1990 η Ν.Δ. του Κων. Μητσοτάκη αρνήθηκε να προτείνει υποψήφιο Πρόεδρο Δημοκρατίας. Οι βουλευτές της ψήφισαν «παρών» και στις τρεις ψηφοφορίες που προβλέπει το Σύνταγμα για την επίτευξη των «181», με αποτέλεσμα η εκλογή Προέδρου να αποβεί άκαρπη. Ο Κ. Μητσοτάκης είχε ξεκαθαρίσει ωστόσο πριν από τις ψηφοφορίες, ότι στόχος του είναι να προκαλέσει εκλογές, να κερδίσει την αυτοδυναμία και να προτείνει μετά ως Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή. Οπερ και εγένετο. Ο Κ. Καραμανλής, μετα τις εκλογές, εξελέγη από τη Βουλή, με 151 ψήφους, για δεύτερη φορά Πρόεδρος Δημοκρατίας.

Θεμιτό το μπλόκο στην εκλογή Προέδρου. Ξ. Κοντιάδη, Καθηγητή

Θεμιτό το μπλόκο στην εκλογή Προέδρου

Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

ΕΘΝΟΣ, 21/7/2009

Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή του να μπλοκάρει την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άκαιρη και πολιτικά άστοχη, αλλά δεν συνιστά κατ ανάγκην συνταγματικό ατόπημα.

Από συνταγματική άποψη η αξιολόγηση του εύρους των επιλογών που διαθέτουν τα κόμματα και κάθε βουλευτής αυτοτελώς κατά την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας προϋποθέτει την ανάδειξη των εσωτερικών αντιφάσεων της ίδιας της συνταγματικης ρύθμισης. Πράγματι, σκοπός της διάταξης είναι να επιτευχθεί αυξημένη συναίνεση στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας ως μέσο την απειλή των πρόωρων εκλογών. Ομως το μέσο αυτό είναι ατελέσφορο και μάλιστα οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, όταν η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση θεωρήσει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή πρόσφορη για την εκλογική της επικράτηση. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα κλασικό παράδειγμα αποτυχημένης συνταγματικής μηχανικής.

Τα πολιτικά κόμματα και οι βουλευτές έχουν ελευθερία επιλογής να ψηφίσουν κάποιον ή να μην ψηφίσουν κανέναν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Από καμία διάταξη δεν προκύπτει κάτι αντίθετο. Αποτελεί δείγμα εκλέπτυνσης του πολιτικού μας πολιτισμού η ευθεία δήλωση των αληθών σκοπών της εκάστοτε επιλογής, αντί για τις πάγιες τακτικές πολιτικής υποκρισίας και συνταγματικής υποβάθμισης, τις οποίες κατ επανάληψη τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν ακολουθήσει με την επίκληση προσχηματικών εθνικών ζητημάτων για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.


Καθημερινή της Κυριακής 19/7/ 09
Δημ. Τσάτσος:
Mην κάνετε το Σύνταγμα «περίγελο»


Συνέντευξη στον Κωνσταντινο Ζουλα

Αν το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιήσει τον Μάρτιο την προεδρική εκλογή για να ρίξει την κυβέρνηση και ψηφίσει εκ των υστέρων τον κ. Κάρολο Παπούλια, θα καταστήσει «ερμηνευτικό περίγελο» το Σύνταγμα, καθώς θα έχει «εξόφθαλμα περιφρονήσει το βαθύτερο νόημά του», υπογραμμίζει σήμερα ο κορυφαίος Συνταγματολόγος κ. Δημήτρης Τσάτσος. Στην βαρύνουσα συνέντευξή του, ο διακεκριμένος καθηγητής και δύο φορές επικεφαλής των ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ, καταρρίπτει και το πολιτικό επιχείρημα του κ. Γιώργου Παπανδρέου ότι θα προκαλέσει εθνικές εκλογές για το συμφέρον της χώρας. «Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να εκτοπίσει τις πρόνοιες του Συνταγματικού νομοθέτη που, ούτως ή άλλως, το προσδιορίζουν και το προστατεύουν», επισημαίνει και συνιστά στον κ. Κάρολο Παπούλια «να αρνηθεί την «εργαλειοποίησή» του ως «σκεύος» τεχνάσματος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών», προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος του Συντάγματος.
– Κύριε καθηγητά υπήρξατε πάντοτε πολέμιος του Συνταγματικού άρθρου 32 § 4 που προβλέπει τη διάλυση της Βουλής και τη διεξαγωγή πρόωρων εθνικών εκλογών, αν δεν συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός ψήφων για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ έχει προαναγγείλει ότι θα κάνει χρήση του επίμαχου άρθρου τον προσεχή Μάρτιο και θα ’θελα να μου πείτε αν εμμένετε στη θέση σας.
– Εχω σε ανύποπτο χρόνο υποστηρίξει ότι το να διακόπτεται ο βίος μιας δημοκρατικά εκλεγμένης Βουλής λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας είναι ρύθμιση ατυχέστατη και όχι πολύ κοντά στη δημοκρατική αρχή. Η θέση μου αυτή είναι πάγια και δεν θέτω θέμα συνταγματικότητας της εν λόγω ρύθμισης, καθώς το αν υφίστανται «αντισυνταγματικές διατάξεις του Συντάγματος» ανέκαθεν υπήρξε μεγάλο ζήτημα στη θεωρία του κλάδου μας. Η θέση μου αφορά καθεαυτή τη ρύθμιση η οποία μπορεί να μετατραπεί σε «εργαλείο» διεξαγωγής πρόωρων βουλευτικών εκλογών, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο, αλλά σαφές νόημα του εν λόγω άρθρου. Θα παρατηρούσα μάλιστα ότι μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να χρεωθεί σε όλη τη Βουλή. Θα χρεωθεί μόνο στο κόμμα ή στα κόμματα, τα οποία τυχόν θα δήλωναν ότι η στάση τους στην εκλογή Προέδρου αποβλέπει στη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών.
– Υπονοείτε, δηλαδή, ότι αν κάνει χρήση του επίμαχου άρθρου η αξιωματική αντιπολίτευση, θα έχει προβεί σε θεσμική εκτροπή, όπως υποστήριξε προσφάτως και ο συνάδελφός σας συνταγματολόγος κ. Γιώργος Κασιμάτης;
– Δεν έχω συμπάθεια στη λέξη «εκτροπή». Θα εμμείνω στην πάγια θέση μου, επιχειρώντας να την εξηγήσω και στους αναγνώστες σας που δεν έχουν βαθύτερες νομικές γνώσεις.
Η περίπτωση της έκτακτης διάλυσης της Βουλής στο άρθρο 32 προβλέπεται από το Σύνταγμα στην περίπτωση εκείνη και μόνον που διαπιστώνεται πραγματική αδυναμία συμφωνίας της αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής στο πρόσωπο ενός των υποδεικνυομένων υποψηφίων. Ο διακεκριμένος συνάδελφος κ. Κασιμάτης, ορθώς επεσήμανε (σ.σ.: την προηγούμενη Κυριακή στο «Παρόν») ότι τα μόνα θεμιτά κριτήρια της στάσης ενός κόμματος στην εκλογή Προέδρου είναι τα «κριτήρια που αφορούν την προσωπικότητα και την πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου». Για να γίνω δε ακόμη σαφέστερος, θα σας έλεγα ότι το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος δεν θέτει την προεδρική εκλογή ως εργαλείο στη διάθεση εκείνων που θέλουν, για λόγους άσχετους με το πρόσωπο του υποψήφιου Προέδρου, να επιτύχουν βουλευτικές εκλογές. Το νόημα του εν λόγω άρθρου είναι το ακριβώς αντίθετο. Οι πρόωρες εκλογές είναι αυτές που τίθενται στη διάθεση μιας προεδρικής εκλογής ως ultimum remedium. Δηλαδή, ως «έσχατο μέσο λύσης». Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ κρίσιμη και σωστή και την παρατήρηση του κ. Κασιμάτη ότι το Σύνταγμα προσδιορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις πρόωρων εκλογών.
– Η αξιωματική αντιπολίτευση, ωστόσο, επικαλείται ως κεντρικό επιχείρημά της για την εσπευσμένη πρόκληση εκλογών τον Μάρτιο, το εθνικό συμφέρον της χώρας…
– Δεν αμφισβητώ το εθνικό κίνητρο σε κανένα κόμμα και πολύ περισσότερο στο ιστορικό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ομως, η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να εκτοπίσει το προφανές νόημα του Συντάγματος, πόσω μάλλον τις πρόνοιες του συνταγματικού νομοθέτη που, ούτως ή άλλως, προσδιορίζουν και προστατεύουν το εθνικό συμφέρον.
– Από τις απαντήσεις σας αντιλαμβάνομαι ότι θα θεωρούσατε συνταγματικά και θεσμικά δόκιμη μόνον την περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ πρότεινε για πρόεδρο κάποιο άλλο πρόσωπο και όχι τον κ. Καρ. Παπούλια.
– Καίτοι με προκαλείτε, θα αποφύγω να μπω στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, καθώς η θέση μου, όπως σας είπα, είναι πάγια, θεσμική και, νομίζω, σαφέστατη. Προφανώς ένα κόμμα μπορεί να ματαιώσει μια προεδρική εκλογή. Μπορεί να το πράξει είτε απορρίπτοντας τον υποδεικνυόμενο, από τα άλλα κόμματα, πρόεδρο, είτε και προτείνοντας κάποιο άλλο πρόσωπο. Τότε η διάλυση της Βουλής θα έχει προκύψει για λόγους που εμπίπτουν στο νόημα του Συντάγματος. Όταν όμως εκ των προτέρων δηλώσει ότι αρχικώς δεν θα ψηφίσει τον υποδεικνυόμενο από τα άλλα κόμματα πρόεδρο, για να προκληθούν εκλογές, και μετά την επίτευξη του στόχου του θα τον ψηφίσει τότε μια σοβαρή ρύθμιση του Συντάγματος γίνεται ερμηνευτικός περίγελος, καθώς περιφρονείται εξόφθαλμα το βαθύτερο νόημά της. Εξυπακούεται, δε, ότι αν το ίδιο κόμμα ενεργήσει έτσι, χωρίς να το δηλώσει, τότε είναι θέμα πειστικότητας της εξήγησης που θα δώσει στο τέλος.
– Υπάρχουν νομικές συνέπειες σε μια τέτοια περίπτωση;
– Κυρώσεις δεν προβλέπονται και ευτυχώς δεν έχουμε συνταγματικό δικαστήριο. Όμως, αν η «κοινή γνώμη» ή η «κοινωνική συνείδηση» αντιληφθεί το ερμηνευτικά παραποιητικό τέχνασμα, θα το καταγράψει. Και αυτό δεν είναι λίγο. Η καταγραφή αυτή αποτελεί ιστορικοπολιτική κύρωση. Η σημασία της ιστορικοπολιτικής κύρωσης είναι, βέβαια, μόνον τόση, όσος και ο εν τόπω και χρόνω πολιτικός πολιτισμός. Το κύρος και η ισχύς του δικαίου, ιδιαίτερα του Συντάγματος, δεν εξαρτάται από τον εξαναγκασμό ως μορφή κύρωσης αλλά από τη θέση που έχουν οι θεσμοί στη συνείδηση των πολιτών.
– Αν, παρά ταύτα, η αξιωματική αντιπολίτευση εμμείνει στη διακηρυγμένη θέση της;
– Θέλω να ελπίζω πως κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Αν συμβεί, όμως, νομικά δεν μπορεί κανείς να παρέμβει.
– Με την τροπή, πάντως, που έχουν λάβει τα πράγματα, η διαστρέβλωση του συνταγματικού πνεύματος, όπως την περιγράφετε, φαντάζει αναπόφευκτη…
– Οχι αναγκαία. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί κι ένα ακόμη ενδεχόμενο: Ο υποψήφιος Πρόεδρος να αρνηθεί την «εργαλειοποίησή» του ως «σκεύος» τεχνάσματος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να αρνηθεί την έτσι σχεδιασμένη υποψηφιότητά του. Βέβαια, μπορεί να βρεθεί νέος πρόθυμος να παίξει τον ρόλο του εργαλείου. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, η άρνηση του πρώτου θα έχει βαρύνουσα συνέπεια στο πεδίο του πολιτικού πολιτισμού. Και επιτρέψτε μου μια τελευταία παρατήρηση: Πρέπει να γίνει στη χώρα μας επιτέλους αντιληπτό ότι η παραβίαση του Συντάγματος, όπως στο θέμα που συζητάμε, δεν παύει να είναι καταδικαστέα παραβίαση επειδή μπορεί να συντελεστεί «ανενόχλητα» μιας που ούτε προβλέπονται ούτε θα μπορούσαν να προβλέπονται νομικές κυρώσεις. Η κοινωνικοπολιτική μομφή σε μια Δημοκρατία πρέπει να έχει τη σημασία της και να τη λαμβάνουν υπόψη τα μέλη του πολιτικού προσωπικού.

Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και προκήρυξη εκλογών

TO ΠΑΡΟΝ, 12/07/2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ οι εκλογές για Παπούλια!

Είναι συνταγματικά επιτρεπτή η σύνδεση της διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας;

– Έχω γράψει και σε άλλα δημοσιεύματά μου ότι η σύνδεση της πολιτικής σκοπιμότητας για πρόωρες βουλευτικές εκλογές με την ψήφιση ή μη του υποψήφιου Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί παραβίαση του Συντάγματος. Το Σύνταγμα, αναθέτοντας την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στη Βουλή, αποβλέπει σε κριτήρια που αφορούν την προσωπικότητα και την πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου για το ύπατο αξίωμα της χώρας. Κανένα άλλο κριτήριο δεν είναι επιτρεπτό. Ούτε είναι, ασφαλώς, επιτρεπτό το κριτήριο του αν χρειάζεται η χώρα πρόωρες εκλογές ή όχι. Αυτό προκύπτει από την αδιάσειστη λογική των ειδικών διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής που ρυθμίζουν την εκλογή του αρχηγού του κράτους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος που κάνει αντισυνταγματική τη σύνδεση των βουλευτικών εκλογών με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Είναι και ένας άλλος: Το Σύνταγμα, χάριν της κυβερνητικής σταθερότητας, δεν επιτρέπει την πρόωρη διάλυση της Βουλής για οποιονδήποτε λόγο. Μόνο για τέσσερις λόγους επιτρέπει την πρόωρη διάλυση:

(α) όταν, μετά τις εκλογές, δεν τελεσφορήσει σχηματισμός κυβέρνησης με εμπιστοσύνη της Βουλής,

(β) όταν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής και δεν μπορεί να την αποκτήσει άλλο κυβερνητικό σχήμα,

(γ) όταν παραιτηθούν ή καταψηφιστούν την ίδια περίοδο δύο κυβερνήσεις και το τρίτο κυβερνητικό σχήμα δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα και

(δ) όταν η ίδια η κυβέρνηση προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπίσει εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας.

Το Σύνταγμα επιβάλλει επίσης, κατ' εξαίρεση, τη διάλυση της Βουλής αν δεν ψηφιστεί στις τρεις συνεχείς ψηφοφορίες που προβλέπει κανένας από τους υποψηφίους για την Προεδρία της Δημοκρατίας - αλλά, βεβαίως, με κριτήρια επιλογής προσώπου. Αν ένα κόμμα δηλώσει ότι δεν θα ψηφίσει κανέναν υποψήφιο για την Προεδρία της Δημοκρατίας, προκειμένου να οδηγηθεί υποχρεωτικά η χώρα σε εκλογές για την ανάδειξη κυβέρνησης, με το επιχείρημα ότι η χώρα χρειάζεται νέα κυβέρνηση, προκαλεί την πρόωρη διάλυση της Βουλής για λόγο που δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει το Σύνταγμα και, επιπλέον, σφετερίζεται την αρμοδιότητα για πρόωρη διάλυση της Βουλής, ενώ δεν την έχει από το Σύνταγμα.

Πιστεύω ότι δεν είναι στην πρόθεση κανενός πολιτικού κόμματος να διαπράξει μια τέτοια τριπλή παραβίαση του Συντάγματος και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ασφαλώς δε, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει αυτή την πρόθεση ούτε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Άλλωστε, νομίζω, ούτε δήλωσε ποτέ ένα κόμμα ότι, κατά τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, θα καταψηφίσει τρεις φορές τον υποψήφιο για την ύπατη θέση του πολιτεύματος, για να εξαναγκάσει την Πολιτεία να διεξαγάγει εθνικές εκλογές.

Ένα πρόσωπο που εξελέγη με 282 ψήφους για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας και συγκεντρώνει την αποδοχή του ελληνικού λαού σε ποσοστό 90% μπορεί να γίνει εργαλείο κομματικής πολιτικής; Να μετουσιωθεί σε Ιφιγένεια στον βωμό εκλογικής αναμέτρησης;

– Με το ερώτημα αυτό τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα πολιτικού ήθους, το οποίο, πιστεύω, είναι χωρίς αντικείμενο. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι ένα κόμμα το οποίο, με τη λαϊκή θέληση, κυβέρνησε την Ελλάδα επί μακρά σειρά ετών θα καταψήφιζε έναν υποψήφιο για το ύπατο αξίωμα της χώρας ο οποίος υπήρξε, επίσης επί μακρά σειρά ετών, ανώτατο στέλεχός του, ικανός και άξιος υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεών του και ήδη Πρόεδρος της Δημοκρατίας που τιμά το ανώτατο λειτούργημα με την άριστη άσκησή του και είναι αποδεκτός από ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% του ελληνικού λαού. Μια τέτοια κίνηση, και μάλιστα αντισυνταγματική, ούτε δήλωσε ούτε υπαινίχθη ούτε θα μπορούσε ποτέ να σκεφθεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η επιλογή προσώπου πολιτικά αντίπαλου κόμματος για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες;

– Μια τέτοια επιλογή για την υπερκομματική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας όπως ήταν η επιλογή του σημερινού Προέδρου αποτελεί άριστο δείγμα πολιτικής επιλογής και απόφασης, γιατί δείχνει ότι το κόμμα που επιλέγει γι' αυτήν τη θέση πρόσωπο από το αντίπαλο κομματικό στρατόπεδο έχει πλήρη συνείδηση ότι η εκλογή για τον ύπατο λειτούργημα της Πολιτείας δεν αποτελεί κομματική υπόθεση. Τέτοιες επιλογές τις αναγνωρίζει πάντοτε ο λαός, οι οποίες όμως δεν μπορεί να υποβαθμίζονται ως κομματικές σκοπιμότητες. Είναι επιλογές -που έγιναν και στο παρελθόν- υψηλής πολιτικής ευθύνης.


Στην επιλογή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας θα έπρεπε η ψήφος να είναι κατά συνείδηση;

– Κατά το Σύνταγμα, όλες οι ψηφοφορίες στη Βουλή πρέπει να είναι κατά συνείδηση και όχι προϊόν εκβίασης ή άλλης μορφής εξαναγκασμού. Το Σύνταγμα δέχεται την επιβολή «κομματικής γραμμής», αλλά με την έννοια ότι οι βουλευτές την αποδέχονται με ελεύθερη συνείδηση, αφού παραμένουν στο κόμμα. Βεβαίως, όλοι ξέρουμε ότι η κομματική εντολή αποτελεί ισχυρό μέσο πίεσης. Αλλά με αυτό το μέσο το Σύνταγμα δίνει προτεραιότητα στη συλλογική βούληση του κόμματος απέναντι στην ατομική του κάθε βουλευτή. Για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας το Σύνταγμα επιβάλλει ονομαστική ψηφοφορία. Με αυτό δεν αποβλέπει μόνο στην κατά συνείδηση ψήφο αλλά και στη μετά παρρησίας έκφραση της γνώμης. Γι' αυτό επιβάλλει την ονομαστική ψηφοφορία.


Ο περιορισμός των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας με το Σύνταγμα του '86 δικαιώθηκε από την ιστορία;

Ο περιορισμός των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, που έγινε με την αναθεώρηση του 1986, αποκατέστησε τη γνήσια κοινοβουλευτική δημοκρατία, που αποτελεί τη μορφή πολιτεύματος του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού. Ο περιορισμός δικαιώθηκε και από τη μετέπειτα πολιτική ιστορία μας, αφού κανένα πολιτικό κόμμα δεν κατέθεσε επίσημα πρόταση σε αναθεώρηση, μετά το 1986, να δοθούν και πάλι οι εξουσίες εκείνες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα, για το καλό της χώρας, με το κύρος του. Με εξουσίες διχάζει.

Το «πολιτικό στοιχείο» της εκλογής Προέδρου. Του Χ. Ανθόπουλου

Το «πολιτικό στοιχείο» της εκλογής Προέδρου
Από τον Χαράλαμπο Ανθόπουλο, επίκουρο καθηγητή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
ΕΘΝΟΣ 1/7/2009


Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε με πλειοψηφία 161 ψήφων την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Συντ., όσο και την Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρησή του. Ετσι, το άρθρο 32 Συντ., το οποίο φαίνεται ότι θα αναδειχθεί σε κλειδί των πολιτικών εξελίξεων, παρέμεινε ως είχε στο συνταγματικό κείμενο.
Το παράδοξο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θα αξιοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 32 Συντ. για να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, στη Βουλή του 2000 είχε προτείνει την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου, για να μη χρησιμοποιείται η καταψήφιση του υποψηφίου Προέδρου ως τρόπος διάλυσης της Βουλής, ενώ αντίθετα η Νέα Δημοκρατία, η οποία σήμερα εγκαλεί το ΠΑΣΟΚ για καταχρηστική χρήση του άρθρου 32 Συντ., είναι η ίδια που εμπόδισε την αναθεώρησή του. Η αλήθεια είναι ότι τόσο η πρόταση του ΠΑΣΟΚ όσο και εκείνη της Νέας Δημοκρατίας είχαν περισσότερα μειονεκτήματα από αυτά που παρουσιάζει η ρύθμιση του άρθρου 32 Συντ.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ ήταν να μη διαλύεται η Βουλή μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία στην οποία απαιτούνται 180 ψήφοι, αλλά να επαναλαμβάνονται οι ψηφοφορίες έως ότου επιτευχθεί η αυξημένη αυτή πλειοψηφία. Επειδή μια τέτοια πλειοψηφία δύσκολα θα μπορούσε να είναι μονοκομματική, η πρόταση αυτή διασφάλιζε την εκλογή ενός προσώπου που θα συγκέντρωνε τη συναίνεση μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος. Πλην όμως, υπήρχε ο κίνδυνος να αποβαίνουν συνεχώς άκαρπες οι ψηφοφορίες και η πολιτική ζωή να περιστρέφεται επί μακρόν γύρω από το παιχνίδι της προεδρικής εκλογής. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ήταν η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία όμως θα αποδυνάμωνε ουσιωδώς τον υπερκομματικό του ρόλο και θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Εν συγκρίσει προς τις προτάσεις αυτές, νομίζουμε ότι είναι καλύτερη η ισχύουσα ρύθμιση. Χωρίς αμφιβολία, η ρύθμιση αυτή αφήνει στις πολιτικές δυνάμεις ένα περιθώριο ελεύθερης πολιτικής αξιολόγησης σχετικά με τη σκοπιμότητα ολοκλήρωσης ή πρόωρης λήξης της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Αυτό το αναπόφευκτο «πολιτικό στοιχείο» της προεδρικής εκλογής -με βάση το ισχύον άρθρο 32 Συντ.- το επεσήμανε με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης:
«Από την ώρα που το Σύνταγμα... προβλέπει τη δυνατότητα, επ ευκαιρία της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, να οδηγηθεί η χώρα στις εκλογές, είναι βέβαιον... ότι όλα τα κόμματα θα κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, αν πολιτικά πιστεύουν ότι μπορούν να οδηγήσουν τον τόπο σε εκλογές. Ολα τα υπόλοιπα που λέγονται είναι ανάξια σοβαρής συζήτησης. Οτι δήθεν παραβιάζουμε το Σύνταγμα, ότι δήθεν υποβιβάζουμε τον θεσμό». (Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σ. 280).


Τον Γιώργο

τον παιδικό φίλο και συμμαθητή, τον χαμογελαστό και μεγαλόψυχο συνάδελφο, τον στοργικό και γενναιόδωρο δάσκαλο, τον στρατευμένο στις αξίες της δημοκρατίας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της ενοποίησης της Ευρώπης συνταγματολόγο ∙ τον σεμνό επιστήμονα και δημόσιο άνδρα που δεν κουράστηκε να πιστεύει ούτε να αγωνίζεται ανιδιοτελώς με τα γραπτά του και τον λόγο του για τον εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό των θεσμών, που δεν εξαργύρωσε τις δημόσιες υπηρεσίες του και δίδαξε με την πράξη του, βαδίζοντας αντίθετα στο ρεύμα της εξαχρείωσης, ότι ακαδημαϊκό και πολιτικό ήθος δεν είναι αταίριαστα.
Tον πρωτεργάτη και στυλοβάτη του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», τον μαθητή του Μάνεση που ενστερνίστηκε τη διδασκαλία του
Τα μέλη και οι φίλοι του Ομίλου δεν τον αποχωρίζονται, τον κρατάνε μέσα τους γιατί είναι κτήμα της πνευματικής τους κληρονομιάς.
____________________________________________________
Πώς να σε αποχαιρετήσω, Γιώργο μου γλυκέ, και πώς να σου μιλήσω, λίγους μόνο μήνες μετά τον αποχωρισμό της Γιώτας, όταν μοίρα κοινή και άδικη σας πήρε και τους δύο μαζί, λες και ήθελε να τιμωρήσει φίλους αγαπημένους, επειδή πίστεψαν ότι μπορούσαν, ως αιώνια νέοι, να αλλάξουν με τη θέλησή τους τη μοίρα τη δική τους και τα κακώς κείμενα του τόπου τους. Πώς να σε προσφωνήσω, Γιώργο μου γλυκέ και αγαπημένε, ως παιδικό φίλο και συμμαθητή στο Β’ Γυμνάσιο Αρένων, ως συμφοιτητή και συνάδελφο, ως ομότεχνο και ομότιτλο και ομογάλακτο μαθητή του Μάνεση; Πρωτόκλητος εσύ, ανέλαβες αμέσως μετά τη μεταπολίτευση να στήσεις μαζί του την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου στη Θεσσαλονίκη και να βάλεις τα θεμέλια για ένα δημοκρατικό και συμμετοχικό πανεπιστήμιο. Για ποια από τα έργα σου να πρωτομιλήσω, τα ενυπόγραφα ή τα ανυπόγραφα; Αυτά που άρχισες ως διδάκτωρ Νομικής γράφοντας για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου και το Κυπριακό πρόβλημα, που ποτέ δεν έπαψε να σε απασχολεί και να σε βασανίζει ή για αυτά με τα οποία τέλειωσες; Για την προστασία του περιβάλλοντος, την πιο ευγενή, την πιο σημαντική έγνοια σου, που άφησε ίχνη ανεξίτηλα και απτά, έντυπα και ηλεκτρονικά; Γλυκέ μου Γιώργο, το πήραμε το κείμενο σου, έκκληση, για το Περιβάλλον, λίγες μόνον εβδομάδες πριν φύγεις, και το αναρτήσαμε στην ιστοσελίδα του Ομίλου Μάνεσης, του Ομίλου που πρωτοστάτησες για την ίδρυσή του. Τα έργα σου, Γιώργο μου, τα συνταγματικά, πρόλαβες και τα συγκέντρωσες, με την τάξη που σε διακρίνει, σε δύο καλαίσθητους τόμους, μόνο που δεν προλάβαμε εμείς να σου πούμε πόσο ωφέλιμη και σπουδαία είναι για όλους μας και για την επιστημονική μας κοινότητα η έκδοσή τους. Για τη στοργή και φροντίδα που έδειξες στους μαθητές σου και συνεργάτες σου δεν θα μιλήσω, γιατί όλα αυτά και άλλα όμοια δεν τα έκανες από υποχρέωση αλλά από φυσικού σου και δεν σου άρεσε να μιλάς. Άφησε μου όμως να πω μόνο δύο λόγια για το ανυπόγραφο, δημόσιο, έργο σου, αυτό που νοιώσανε και αισθάνθηκαν τόσοι και τόσοι, που δεν είναι όμως γραμμένο πουθενά, γιατί δεν μίλησε γι΄ αυτό ο τύπος και η τηλεόραση. Είναι χαραγμένο διακριτικά στον κορμό της ίδιας της Ελληνικής Πολιτείας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε νομοσχέδια για τον εκλογικό νόμο, την τοπική αυτοδιοίκηση, για τις Ανεξάρτητες Αρχές και άλλα πολλά, που δεν γνωρίζω, και βέβαια στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τις προσπάθειές σου όμως Γιώργο μου, την δεκαετία του 90, τις απορρόφησαν κυρίως οι διαδικασίες για την ενοποίηση της Ευρώπης, το μεγάλο σου όραμα, επειδή συμμετείχες ενεργά στις διεργασίες και στις επιτροπές για την Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το Σύνταγμα της Ευρώπης, για το οποίο άσκοπα και αδέξια σε πίκρανα, τότε, με τη στάση μου. Για αυτά που έκανες, σεμνά και αθόρυβα, μακριά από τα εφήμερα φώτα της μάταιης δημοσιότητας, ως υπηρέτης σεμνός και ανιδιοτελής μιας δημοκρατικής Πολιτείας, όπως σου άρεσε να την αποκαλείς, δεν μπορεί να γίνει καταγραφή, γιατί είναι πολλά και η συμβολή σου δεν αποτιμάται και μάλιστα με λόγια. Ησύχασε, Γιώργο μου γλυκέ, έκανες περισσότερα από όσα μπορούσες. Οι χάρες, οι θεσμικές που προσέφερες είναι περισσότερες από τις προσωπικές. Δεν είναι μόνον οι μαθητές και συνεργάτες σου, που ευεργετήθηκαν από την θέρμη της ψυχής σου, είναι οι θεσμοί που γνώρισαν τη δωρεά της έμπνευσής σου. Και όλα αυτά τα θαυμαστά και σπουδαία, που με απέραντη καλοσύνη και σπάνια γενναιοδωρία, με εντιμότητα και ταπεινοφροσύνη, προσέφερες, τα έπραξες -το ξέρουμε όλοι εμείς- με την συνδρομή και την αμέριστη συμπαράσταση της Άννας, της λατρεμένης Αννούλας σου, του ατελείωτου έρωτά σου, με την οποία συμμερίστηκες, πάνω από τριάντα χρόνια, όχι μόνον τα προσωπικά σου σχέδια και όνειρα αλλά και τις σκέψεις και τις ιδέες σου για τον τόπο και τα κοινά. Ησύχασε, Γιώργο μου γλυκέ, έκανες πολλά. Μπορεί η Ελλάδα να μην εκσυγχρονίστηκε και να μην έγινε, όπως ήθελες μια χώρα, καθόλα ευρωπαϊκή. Έγιναν όμως αρκετά, όλα αυτά τα χρόνια. Και ύστερα, Γιώργο μου, θα πρέπει να το κατάλαβες, δεν αλλάζει ο πολιτικός και κοινωνικός βίος μιας Πολιτείας με νόμους και συνταγματικές αναθεωρήσεις, αλλά με το παράδειγμα δημόσιων ανδρών σαν και σένα. Έδειξες με το παράδειγμα σου ότι απέναντι στην Ελλάδα του θεάματος και του αγοραίου εντυπωσιασμού, της εξαχρείωσης και της παρακμής, υπάρχει και μια Ελλάδα της ουσίας και της εντιμότητας, της αποτελεσματικής προσφοράς και της καλοσύνης. Έδειξες έμπρακτα ότι υπάρχουν επιστήμονες και θεωρητικοί που έχουν πρακτικό μυαλό, ότι υπάρχουν -ναι υπάρχουν- πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα χωρίς να πολιτεύονται και δημόσιοι άνδρες που προσφέρουν χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση, επειδή απλά αισθάνονται χαρά να δίνουν. Ησύχασε Γιώργο μου, τα πρόλαβες όλα, η πνευματική και ψυχική κληρονομιά που αφήνεις στον Αλέξανδρό σου, είναι τεράστια, το βλέμμα του ωρίμασε σε μια μόνο μέρα και δείχνει ότι είναι έτοιμος, λες και ήταν έτοιμος από παλιά, να πάρει τη σκυτάλη της ζωής στα χέρια του, πλήρης από την αγάπη σας, με την στοργή της Άννας και με την αγάπη των πιστών φίλων σου και του πνευματικού του πατέρα, του ανάδοχου του. Ησύχασε Γιώργο μου, αύριο, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, θα πάω στα κοιμητήρια και θα επισκεφτώ μαζί με τον Μιχάλη, τον αδελφό σου, την κυρία Ρούλα, που είναι ακόμη εκεί και περιμένει και θα της πω ότι το καμάρι της, το χαμογελαστό παλληκάρι της εισήλθε με τις δικές του τις δυνάμεις στο Πάνθεον των αθανάτων, για την ευγένεια της ψυχής του, πριν από όλα.
Επικήδειος λόγος που εκφωνήθηκε από τον Αντώνη Μανιτάκη, εκ μέρους του Νομικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Ομίλου ‘Αριστόβουλος Μάνεσης’
Η ώρα της δημοκρατικής ευθύνης για το άσυλο

Γιώργου Χ. Σωτηρέλη

καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρόσφατη πομπώδης καταγγελία του ασύλου από τον πρωθυπουργό στη Βουλή αποτέλεσε το αποκορύφωμα μια σειράς παρόμοιων επιθέσεων, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο φαρισαϊσμός και η δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων.

Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η συζήτηση διεξάγεται σε λάθος βάση. Το άσυλο δεν είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, όπως ακούγεται συχνά. Είναι μια δημοκρατική κατάκτηση, που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου, δηλαδή τόσο με την ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία θωρακίζει, όσο και με το αυτοδιοίκητο, το οποίο εξειδικεύει. Ισχύει, δε, σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, βάσει των οποίων είτε η αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει στον χώρο του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών είτε η διαφύλαξη της τάξης εντός του πανεπιστημιακού χώρου ανήκει σε σώματα που βρίσκονται υπό τις διαταγές των πρυτανικών αρχών.

Η μόνη λοιπόν συζητήσιμη ιδιαιτερότητα της χώρας μας αφορά την νομοθετική του εξειδίκευση. Στο σημείο δε αυτό είναι χρήσιμος ένας παραλληλισμός. Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι απολύτως παρεμφερές με το άσυλο κατοικίας. Το πρώτο είναι θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ενώ το δεύτερο της ιδιωτικότητας. Υπό αυτή την έννοια, δεν πρόκειται απλώς για άσυλο ιδεών, όπως λέγεται συχνά, υπό το πρίσμα μιας περιοριστικής –ή και υποβολιμαίας– προσέγγισης. Το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει προεχόντως ένα συγκεκριμένο χώρο, ως βιόσφαιρα συνταγματικά κατοχυρωμένων ακαδημαϊκών δικαιωμάτων (επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας). Όπως δε είναι αναγκαία για το άσυλο κατοικίας η νομοθετική οριοθέτησή του, εξ ίσου αναγκαία είναι και για το πανεπιστημιακό άσυλο, εν όψει μάλιστα και του ότι η ταραγμένη μετεμφυλιακή περίοδος, με αποκορύφωμα τη δικτατορία, έθεσαν με εντελώς διαφορετικούς όρους το ζήτημα στη χώρα μας.

Τι έφταιξε όμως και το άσυλο ανήχθη σε μείζον πρόβλημα, παρότι δεν έχει έως τώρα παραβιασθεί από τη δημόσια εξουσία; Η απάντηση είναι απλή: η μεγάλη παθογένεια του μεταπολιτευτικού Πανεπιστημίου, με ραγδαία επιδείνωση τελευταία, είναι η καταχρηστική αξιοποίηση του ασύλου, το οποίο εκλαμβάνεται σαν μια γκρίζα ζώνη που επιτρέπει, ερήμην των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, την επιβολή ενός καθεστώτος ανομίας, βίας και ιδεολογικής τρομοκρατίας από διάφορες ιδιωτικές εξουσίες (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών…). Η όλη συζήτηση, επομένως, δεν αφορά το άσυλο καθεαυτό αλλά την προσχηματική επίκλησή του, που καταστρατηγεί έναν βασικό κανόνα της Δημοκρατίας: ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Φθάνουμε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα: Θα ήταν λύση η κατάργηση του ασύλου ;

Θεωρώ ότι αυτή η πρόταση είναι πολλαπλά προβληματική. Πρώτον, διότι θυμίζει το γνωστό: «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι». Δεύτερον, διότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και σε χώρους που δεν προστατεύονται από το άσυλο (όπως ιδίως συνέβη με τα «δεκεμβριανά»…). Τρίτον δε, και σπουδαιότερον, διότι η κατάργηση του ασύλου είναι μια εύκολη υπεκφυγή. Ειδικότερα:

Η σημερινή νομοθεσία για το άσυλο επιτρέπει την άρση του είτε μετά από άδεια του πρυτανικού συμβουλίου (κατά πλειοψηφία πλέον), είτε με απόφαση του εισαγγελέα, αν διαπράττεται αυτόφωρο κακούργημα ή αυτόφωρο έγκλημα κατά της ζωής. Στο σημείο αυτό λοιπόν εντοπίζεται ένα μείζον έλλειμμα δημοκρατικής ευθύνης, που αποτελεί και την ρίζα του προβλήματος.

Πρόκειται, πρώτον, για έλλειμμα της πολιτείας, που παραλύει συνήθως μπροστά στον φόβο του πολιτικού κόστους και αρνείται κάθε ανάμειξη, αφήνοντας το Πανεπιστήμιο στο έλεος της ανομίας ακόμη και όταν είναι προφανές ότι συντελούνται τα αδικήματα που προβλέπει ο νόμος.

Πρόκειται όμως, παράλληλα, και για έλλειμμα της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, που υπονομεύει εκ βάθρων τη δημοκρατική νομιμότητα. Εδώ βεβαίως δεν πρόκειται μόνον για ζήτημα πολιτικού κόστους. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένα ιδιότυπο πελατειακό σύστημα, που συνδυάζει με τον χειρότερο τρόπο τις γενικότερες σχέσεις πατρωνείας με ορισμένες ιδιότυπες σχέσεις πανεπιστημιακής συναλλαγής, οι οποίες αποτελούν το καρκίνωμα της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Είναι μια κατάσταση πολύ χειρότερη από την παραδοσιακή κομματικοποίηση. Όχι μόνον διότι συνήθως απουσιάζει κάθε σχετικός ιδεολογικοπολιτικός προβληματισμός αλλά ιδίως διότι τα κόμματα έχουν υποκατασταθεί από ποικίλα κέντρα επιρροής, που στην πλειονότητά τους υπηρετούν αδιαφανείς και ιδιοτελείς επιδιώξεις.

Έφταιξε βέβαια και η νομοθεσία για την έμμεση συμμετοχή των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές, διότι επέτρεψε στις φοιτητικές παρατάξεις, προϊούσας και της αποπολιτικοποίησης, να καταστούν ιδιότυποι πολιτικοί διαμεσολαβητές, ερήμην αρχών και αξιών, συχνά δε με νοοτροπία πολιτικού κοτζαμπασισμού.

Ωστόσο, με την πρόσφατη καθιέρωση της άμεσης ψηφοφορίας δεν απέμεινε πλέον κανένα άλλοθι, προκειμένου να δοθούν πρόσφορες πολιτικές απαντήσεις. Κυβέρνηση, κόμματα και φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας οφείλουν να εγκύψουν με σοβαρότητα στο πρόβλημα –χωρίς μικροκομματικές ή συντεχνιακές εξάρσεις– και να συμφωνήσουν σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αντιμετώπισής του, που θα υπακούει σε τρεις απαρέγκλιτες αρχές:

Πρώτον, την πλήρη προστασία του ασύλου, ως θεσμικής εγγύησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας
Δεύτερον, την χωρική οριοθέτησή του, ώστε να καλύπτει, όπως και το άσυλο κατοικίας, μόνο τον «περίκλειστο» χώρο των ΑΕΙ (δηλαδή κτίρια και περίβολο).
Τρίτον, την αυστηρή τυποποίηση των περιπτώσεων που δεν καλύπτονται από το άσυλο, με ιδιαίτερη έμφαση στους βανδαλισμούς και στις καταπατήσεις των δικαιωμάτων που εξειδικεύουν την ακαδημαϊκή ελευθερία. Κάθε παραβίαση θα διαπιστώνεται απλώς από το πρυτανικό συμβούλιο –ενδεχομένως μετά από αιτιολογημένη εισήγηση αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού– και θα συνεπάγεται, αυτόματα, άρση του ασύλου, από ειδικά εκπαιδευμένη αστυνομική δύναμη.

Είναι προφανές, εν όψει των ανωτέρω, ότι το άσυλο δεν είναι μόνο ζήτημα του Πανεπιστημίου. Είναι ζήτημα Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία όμως προϋποθέτει δημοκρατική ευθύνη. Διαφορετικά δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει ούτε τις σειρήνες του αυταρχισμού αλλά ούτε και τις λαϊκιστικές παρεκτροπές της…
Ποιο Πανεπιστημιακό Άσυλο;

του Γεράσιμου Θεοδόση*

Α) Στους διαλόγους/συζητήσεις που δημοσιεύτηκαν τελευταία σε εφημερίδες και περιοδικά για το πανεπιστημιακό/ ακαδημαϊκό άσυλο έγκριτος πανεπιστημιακός καθηγητής (όχι νομικός) αρχίζει τη συμβολή του στο θέμα ως εξής: «Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Πανεπιστημιακό Άσυλο θεσμοθετήθηκε προκειμένου…».
Στους νομικούς κύκλους είναι βέβαια γνωστό ότι το ελληνικό Σύνταγμα όχι μόνο δε θεσμοθετεί και δεν κατοχυρώνει το πανεπιστημιακό/ ακαδημαϊκό άσυλο, αλλά και δεν κάνει μνεία σε αυτό. Επομένως επαφίεται καταρχήν στη δικαιοδοσία του κοινού νομοθέτη να το ορίσει και να το προσδιορίσει.
[διαβάστε ολόκληρο το άρθρο]

* Ο Γεράσιμος Θεοδόσης, διδάκτορας του Πανεπιστήμιου της Χαϊδελβέργης, είναι δικηγόρος και συγγραφέας. Το άρθρο είναι υπό δημοσίευση στο περιοδικό «Δικαιόραμα».
ΣΤΟΧΟΣ ΟΙ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Του Στέφ. Ματθία,
επίτ. Προέδρου του Αρείου Πάγου

Ι. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι όσα συμβαίνουν στους χώρους των πανεπιστημίων οφείλονται στο άβατο του πανεπιστημιακού ασύλου. Οφείλονται στις καταλήψεις. Η διάκριση μεταξύ ασύλου και κατάληψης είναι σαφής. Το πρώτο αποτελεί μια σταθερή εγγύηση ελεύθερης διδασκαλίας και ακώλυτης διακίνησης ιδεών. Η δεύτερη συνιστά δυναμική κατάργηση του πρώτου, με την οποία αυτό μετατρέπεται σε άντρο καταστροφών, λεηλασιών και εξεγέρσεων...
Επομένως με την κατάληψη, όσο αυτή διαρκεί, παύει να υπάρχει άσυλο. Το γεγονός ότι για την απομάκρυνση των καταληψιών θα απαιτηθεί αστυνομική επέμβαση μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο δεν ενέχει παραβίαση του ασύλου αφού αυτό έχει ήδη στην πράξη καταλυθεί και η απομάκρυνση των καταληψιών αποσκοπεί ακριβώς στην αποκατάστασή του.

ΙΙ. Αν και οι καταλήψεις είναι αναμφισβήτητα αυθαίρετες και παράνομες, γίνονται μοιρολατρικά ανεκτές επειδή έχει επικρατήσει η εσφαλμένη άποψη ότι η εκδίωξη των καταληψιών θα ενείχε επέμβαση στο άσυλο. Επιβάλλεται λοιπόν να ξεκαθαριστεί το ζήτημα νομοθετικά : να χαρακτηριστούν με νόμο οι καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων αυτόφωρο έγκλημα, διωκόμενο και τιμωρούμενο αυτεπαγγέλτως. Παράλληλα να ληφθούν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα, ώστε οι καταλήψεις να εμποδίζονται. Για το σκοπό αυτό να κατασκευαστούν στις πύλες εισόδου περιστρεφόμενες θύρες και να γίνεται έλεγχος από σώμα πανεπιστημιακών φυλάκων, επικουρούμενων εκτάκτως, αν και εφόσον υπάρξει ανάγκη, από αστυνομική δύναμη. Αυτοί δεν θα επιτρέπουν την είσοδο σε άσχετους παρείσακτους, παρά μόνο αν διαθέτουν άδεια ή αιτιολογούν την ανάγκη εισόδου των. Μόνο με κάποιο, ανεκτικό έστω, φιλτράρισμα των εισερχομένων μπορεί να γίνεται λόγος για άσυλο. Όταν μπαινοβγαίνουν ανεξέλεγκτα οι πάντες, ο χώρος παύει να είναι «πανεπιστημιακός» και μετατρέπεται σε «απερίφρακτο αμπέλι» που υπόκειται ανά πάσα στιγμή σε κατάληψη. Πρέπει επιπλέον να ληφθεί μέριμνα ώστε στους πανεπιστημιακούς χώρους να υπάρχουν φύλακες που θα προστατεύουν το άσυλο. Αν παρά ταύτα γίνει κατάληψη, οι καταληψίες, φοιτητές και μη, πρέπει να απομακρύνονται με άμεση εισαγγελική εντολή και αστυνομική επέμβαση. Αυτή θα γίνεται χωρίς ανάμιξη του πρυτανικού Συμβουλίου. Διότι η διαφύλαξη της έννομης τάξης είναι ευθύνη της πολιτείας, όχι των πρυτάνεων. Με την επέμβαση θα αποκαθιστάται το άσυλο. Και υπό την εκδοχή όμως ότι η είσοδος της αστυνομικής δύναμης θα παραβίαζε τυπικά το άσυλο, η προτεινόμενη ρύθμιση επιβάλλεται για τη διάσωση των πανεπιστημίων. Μπορεί δε να γίνει με απλό νόμο, δεδομένου ότι το άσυλο έχει επίσης θεσπιστεί με κοινό νόμο και δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση. Ένας τέτοιος νόμος επιτάσσεται μάλιστα από το Σύνταγμα, αφού αυτό εγγυάται την «ακαδημαϊκή ελευθερία» που είναι βέβαια ασυμβίβαστη με κάθε κατάληψη.

ΙΙΙ. Πιστεύω ότι η ψήφιση από τη Βουλή της κατάλληλης διάταξης δεν θα συναντήσει σοβαρές αντιρρήσεις αφού δεν θα θίγει αλλ’ αντιθέτως θα υπηρετεί το άσυλο. Ας σημειωθεί ότι η μετατόπιση του νομοθετικού στόχου (από την κατάργηση του ασύλου στην απαγόρευση των καταλήψεων) παρέχει την ευκαιρία γενικής απαγόρευσης κάθε «κατάληψης», όχι μόνο των χώρων των ΑΕΙ (στους οποίους αποκλειστικά το άσυλο ισχύει) αλλά και άλλων κρατικών και κοινόχρηστων χώρων: σχολείων, δημόσιων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, τραπεζών, κοινωφελών οργανισμών και επιχειρήσεων, ακόμη και αιθουσών δημοσίων θεαμάτων. Δεδομένου ότι όλοι αυτοί οι χώροι είναι είτε κρατικοί είτε ελεύθερα προσβάσιμοι από όλους, η προστασία τους από αυθαίρετες καταλήψεις ανάγεται στη δημόσια τάξη. Συνιστά επομένως υποχρέωση των πολιτειακών οργάνων, χωρίς ανάμιξη των διευθυντών σχολείων, των δημάρχων, κοινοταρχών, προϊσταμένων των υπηρεσιών, των ΝΠΔΔ κ.λπ. Έτσι η μάστιγα των «καταλήψεων» θα εκλείψει.

ΙV. Η προτεινόμενη διάταξη νόμου, που θα ανακουφίσει τη μεγάλη πλειονότητα των νέων και τους πολίτες, πρέπει να προβλέπει : α) απαγόρευση στους ανωτέρω χώρους κάθε κατάληψης ή παρεμπόδισης της χρησης τους, β) τη αποτροπή και απόκρουση κάθε απόπειρας κατάληψης και την άμεση απομάκρυνση, με εισαγγελική εντολή, των καταληψιών, από την αστυνομική δύναμη και γ) ως ποινική κύρωση κατά του κάθε παραβάτη (καταληψία) ποινή φυλάκισης, που θα επιβάλλεται κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου, και η οποία δεν θα μετατρέπεται σε χρηματική ούτε θα υπόκειται σε αναστολή λόγω άσκησης έφεσης, θα διπλασιάζεται δε αν κατά τη διάρκεια της κατάληψης έχουν διαπραχθεί φθορές ξένης ιδιοκτησίας, ληστείες, κλοπές, σωματικές βλάβες, εμπρησμοί, εκρήξεις ή παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και περί ναρκωτικών. Μπορεί επιπλέον να προβλεφθεί, ως παρεπόμενη ποινή, η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των πρωταιτίων.
Με τα μέτρα αυτά η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες θα αναπνεύσει, το αίσθημα της ασφάλειας θα εμπεδωθεί, ο τουρισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση της αγοράς θα ομαλοποιηθούν.