ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΑΥΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΕΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΝΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ "ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ" ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Το πρόβλημα του πρωθυπουργοκεντρισμού αγγίζει το ίδιο το θεμέλιο του πολιτεύματος, τη λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2 Συντ.). Από την κατοχύρωση ωστόσο της τελευταίας ως θεμελιώδους συνταγματικής αρχής (θα έπρεπε να) συνάγεται ότι κανένα άτομο, ομάδα προσώπων ή μερίδα του λαού, έστω και πλειοψηφική, δεν επιτρέπεται να οικειοποιηθεί, ολικά ή και μερικά μόνο, την άσκηση μιας εξουσίας παρόμοιας προς εκείνη του απόλυτου μονάρχη στα περισσότερα δυτικοευρωπαϊκά κράτη του 16ου-18ου αιώνα. Η «λαϊκή» κυριαρχία, υποκαθιστώντας στη θέση του πάλαι ποτέ κυρίαρχου μονάρχη έναν συλλογικό κυρίαρχο, ο οποίος δεν διακρίνεται για τη βουλητική του ενότητα, αλλά για τις διαιρέσεις και τις αντιθέσεις του, βρίσκεται στον αντίποδα της θεωρητικής κατασκευής της κυριαρχίας, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί τον 16ο αιώνα από τον Bodin. Θα μπορούσε επομένως να υποστηριχθεί ότι ερμηνευτικές προσεγγίσεις, που αποδίδουν σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή κρατικό όργανο, διαφορετικό από το ανώτατο όργανο του κράτους (δηλ. το εκλογικό σώμα), ρόλο, έστω και κατά μεταφορική έννοια, «κυρίαρχο» ή «κυριαρχικό» έρχονται σε αντίθεση προς τα θεμέλια της δημοκρατίας. Όταν εξάλλου ο ρόλος του λαού περιορίζεται στην ανάθεση (πρακτικά του συνόλου) της εξουσίας σ’ έναν αντ’ αυτού κυρίαρχο, τότε δεν πρόκειται για δημοκρατία, αλλά για βοναπαρτισμό. Σημειωτέον μάλιστα ότι ο τελευταίος δεν αποτελούσε ιστορική πρωτοτυπία, αλλά αναμάσημα παλιότερων ιδεολογημάτων, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για την επιβολή της αυτοκρατορικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη.[συνέχεια εδώ]
Η εκλογή του Προέδρου και το «πραγματικό Σύνταγμα» Γιώργου Κατρούγκαλου
και ναμην αφήνουνπεριθώριο ούτε στιςφαντασιώσεις,ούτεστιςπροκαταλήψεις κανενός.
ΣΑΙΝ ΖΥΣΤ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Λίγο πριν τον Αύγουστο, «που δεν υπάρχουν ειδήσεις», ανέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία το θέμα της συνταγματικότητας των χειρισμών του ΠΑΣΟΚ για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ήδη δεν αποφύγαμε (αν και όχι στην οξύτητα της περιόδου της «ψήφου Αλευρά») μια –κατά τη γνώμη μου- υπερβολική ένταση και προσωποποίηση της συζήτησης, μερικές φορές στα όρια της ad hominem πολεμικής. Θεωρώ, λοιπόν, ότι για να μην αναπτύσσονται παράλληλοι μονόλογοι και διαφορετικής ποιότητας επιχειρήματα (συνταγματικά, δικαιοπολιτικά, πολιτικά) είναι αναγκαίο αρχικά να διευκρινιστούν ορισμένα θέματα μεθόδου (τα οποία δεν αφορούν μόνον τη μέθοδο, αλλά δηλώνουν, ουσιαστικά, και την προερμηνευτική επιλογή του ερμηνευτή).
1. Δεν υπάρχει χώρος μεταξύ της νομικής και πολιτικής λειτουργίας του Συντάγματος για την παρεισαγωγή ενός ενδιαμέσου επιπέδου, της «συνταγματικής ευπρέπειας». Οι κατασκευές του ιταλικού συνταγματικού δικαίου περί correttezza costituzionale, ως κανόνων με «ασθενέστερη ηθικο-πολιτική δεσμευτικότητα σε σχέση με τις συνθήκες του πολιτεύματος, με την έννοια ότι μπορούν να παραμεριστούν εάν υπάρχει συνταγματικά αποχρών λόγος για την απόκλιση από αυτούς»1, είναι εντελώς ξένες στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο και δεν μπορώ να βρω κάποια ωφέλεια από την όψιμη εμφύτευσή τους. Νομίζω, αντιθέτως, ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μεγαλύτερη σύγχυση, εφόσον στα καθ’ ημάς η θεωρία δεν μπορεί ακόμη να συμφωνήσει ούτε στην ύπαρξη ή όχι συνταγματικού εθίμου2.Ας αρκεστούμε στην έννοια της αξιοπιστίας ως κριτήριο ουσιαστικής νομιμοποίησης της πολιτικής συμπεριφοράς, όπως την έχει προτείνει ο Δ. Τσάτσος: «η πολιτική αξιοπιστία σημαίνει την εμπιστοσύνη που προκαλεί η πολιτική και θεσμική πράξη όταν ο δηλούμενος ρόλος είναι και ο αληθινός, δηλαδή ο θεσμικά ηθελημένος» 3.
Άλλωστε, και οι συνθήκες πολιτεύματος («ισχυρότερες», υποτίθεται, από την correttezza) δεν αποτελούν κανόνες νομικά δεσμευτικούς. Υπενθυμίζεται ότι ως συνθήκη πολιτεύματος θεωρείται στην κλασική αγγλική θεωρία τοάτυπο modus vivendi μεταξύ δύο φορέων δημόσιας εξουσίας που δεναποτελεί κανόνα δικαίου και δεν έχει νομική δεσμευτικότητα4. Δεν αποτελούν, συνεπώς, παρά μόνον αποκρυσταλλώσεις της συνταγματικής πρακτικής. Στο ηπειρωτικό δίκαιο δεν θεωρούνται τίποτα παραπάνω από «άγουρο έθιμο.» Ακόμη και στη Μ. Βρετανία, όμως, η επιλεκτική εφαρμογή5 ή και η εγκατάλειψή τους6 ήταν πάντα ανοικτή στην πολιτική συγκυρία.
Συνεπώς, η εφαρμογή ενός συνταγματικού κανόνα μπορεί να είναι νομικά ορθή ή εσφαλμένη, ποτέ όμως «ευπρεπής» ή «απρεπής». Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη πολιτική πρακτική που απορρέει από την εφαρμογή του κανόνα μπορεί να είναι συνταγματική ή αντισυνταγματική, όχιόμως συνταγματική μεν αλλά ανάρμοστη. Άλλωστε, και η πολιτική αντιπαράθεση δεν βασίζεται σε κριτήρια ευπρέπειας και οι πολιτικές πράξεις δεν κρίνονται ως «ανάρμοστες» (ανάρμοστες σε τι;)αλλά με το πολιτικό φορτίο που τους αναλογεί (ποιόν ωφελούν;) και την αξιοπιστία της εφαρμογής τους.
2. Η ορθή ή εσφαλμένη εφαρμογή ενός συνταγματικού κανόνα (με άλλα λόγια ο χαρακτηρισμός μιας πολιτικής πρακτικής ως συνταγματικής ή αντισυνταγματικής) δεν είναι, προφανώς, θέμα απλώς του γράμματος του Συντάγματος. Γλαφυρά το περιγράφει ο Α. Μανιτάκης: «Σύνταγμα είναι αυτό που γίνεται και όχι αυτό που είναι. Το συνταγματικό «είναι» διαμορφώνεται ή γίνεται διαρκώς και αενάως μέσα από αυτό και με βάση αυτό που «είναι» ή «υπάρχει» κάθε φορά. Δεν ισχύει, άλλωστε, επειδή κάποιες δυνάμεις κάποτε το θέλησαν, αλλά επειδή κάποιοι σήμερα το στηρίζουν, το αποδέχονται, το ερμηνεύουν και συμμορφώνονται προς τις εντολές του.7» Άλλωστε, ο κατ’ εξοχήν πολιτικός χαρακτήρας της ύλης που ρυθμίζεται από το Σύνταγμα και το γεγονός ότι αυτό τυποποιεί ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται συχνά σε συγκρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα συνεπάγεται την έλλειψη μονολιθικότητας του τόσο σε οντολογικό επίπεδο, όσο και σε γνωσιολογικό επίπεδο, στο επίπεδο της ερμηνείας.
Η πολιτική και κοινωνική σύγκρουση, επομένως, ανάμεσα από πολλές συνταγματικά θεμιτές ή ανεκτές επιλογές αποκρυσταλλώνει ιστορικά (άρα αέναα, «παλίμψηστα») το «πραγματικό Σύνταγμα». Η συγκεκριμένη νοηματοδότηση των συνταγματικών αρχών και αξιών, όπως και κάθε, σχεδόν, περίπτωση σταθμίσεων και συγκρούσεων στην κορυφή της ιεραρχικής κλίμακας της έννομης τάξης, δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω της υιοθέτησης μιας «καθαρής» νομικής (τυπικής)λογικής, ακριβώς γιατί προϋποθέτει και πολιτικής υφής σταθμίσεις. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι δυνατές πολιτικές επιλογές είναι συνταγματικές. Τα όρια του συνταγματικά ορθού ορίζονται, κυρίως, από τις εξής παραμέτρους:
* Το γράμμα της διατύπωσης της συνταγματικής διάταξης,
* Τη συστηματική ενότητα του Συντάγματος και την πρακτική εναρμόνιση της με άλλες ανάλογες ρυθμίσεις. Σε τελευταία ανάλυση, πάντως, καθοριστικότερη παράμετρος παραμένει
* Η Δημοκρατική αρχή, προεχόντως ως αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
3. Μια αναγκαία παρατήρηση για την «εργαλειακή» -σε αντιπαράθεση με την «αξιακή» ερμηνεία του Συντάγματος και την υποτιθέμενη σύγκρουση, επ’αυτού, «θετικιστών» και «αντιθετικιστών». Είναι αλήθεια ότι το Δίκαιο εν γένει –και κατ’εξοχήν το Συνταγματικό, ως το πολιτικότερο δίκαιο, είναι αξιακό, με την έννοια ότι αντανακλά και τυποποιεί τις κρατούσες κοινωνικά αξίες. Συνταγματικές αξίες και αρχές, όπως αυτές της ισότητας, της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, νοηματοδοτούν το σύνολο των υπαρχόντων κανόνων δικαίου, χρησιμεύοντας ερμηνευτικά για την αποσαφήνιση του περιεχομένου τους. Ειδικά οι θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, άλλωστε, σε αντίθεση με τους κανόνες δικαίου με στενή έννοια, δεν επιτρέπουν απλώς ή απαγορεύουν κάτι. Αποτελούν δεοντικές προσταγές που θέτουν σκοπούς οι οποίοι πραγματώνονται σταδιακά και σε συνάρτηση ή στάθμιση με άλλες συμπληρωματικές ή αντιθετικές αρχές8. Με άλλα λόγια, λειτουργούν ως συνταγματικοί μετακανόνες9, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται αυτοτελώς, αλλά χρησιμοποιούνται για την ερμηνευτική αξιοποίηση άλλων συγκεκριμένων θετικών κανόνων. Για τον λόγο αυτό η νομική με την ιδεολογική τους λειτουργία συμπλέκονται τόσο στενά που συχνά δεν μπορούν να διακριθούν.
Τούτο δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε συνταγματική διάταξη –ούτε καν κάθε θεμελιώδης συνταγματική αρχή- έχει ίδιο, αυτοτελές αξιακό περιεχόμενο, με την έννοια ότι η πραγμάτωση της αποτελεί συνταγματικό αυτοσκοπό. Υπάρχουν διατάξεις «συνταγματικής μηχανικής» που αποτελούν απλώς εργαλεία, μέσα για την επίτευξη ενός συνταγματικού σκοπού ή μιας συνταγματικής αξίας πέραν από αυτές. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου ή του κοινωνικού κράτους, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αν και θεμελιώδης, έχει κυρίως εργαλειακό χαρακτήρα10, κατατείνοντας στην διατήρηση και πραγμάτωση άλλων συνταγματικών σκοπών ή αρχών, κυρίως στην πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας. Για το λόγο αυτό, παρά τα όσα γράφτηκαν σχετικά11, η παρούσα συζήτηση δεν αφορά στη σύγκρουση αντιθετικισμού (ή «αρχών») και θετικισμού (ή «κανόνων»).
4. Με βάση τις παραπάνω μεθοδολογικές αποδοχές, πρέπει να εξεταστούν και τα όρια των συνταγματικά ανεκτών επιλογών ως προς την εφαρμογή του άρθρου 32, όπως και ο συνταγματικός σκοπός που αυτός υπηρετεί. Αντίθετα με ό,τι ευρέως φαίνεται να γίνεται αποδεκτό, προσωπικά δεν θεωρώ ότι η ratio της διάταξης (όπως τη θέλησε ο ιστορικός συντακτικός νομοθέτης) είναι η εκλογή Προέδρου με αυξημένη, συναινετική πλειοψηφία, με άλλα λόγια ότι ο σκοπός της ρύθμισης είναι η εξασφάλιση ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής στο πρόσωπο του αρχηγού του Κράτους. Η συναίνεση αποτελεί απλώς μέσο (και μάλιστα ένα από τα πιθανά μέσα) για την επίτευξη του πραγματικού σκοπού, που είναι η εκλογή ισχυρού πολιτικά Προέδρου της Δημοκρατίας, ικανού να ασκήσει αποτελεσματικά την αρμοδιότητα του Ρυθμιστή του Πολιτεύματος. Για το λόγο αυτό, εάν δεν επιτευχθεί η αυξημένη αρχική πλειοψηφία, η Βουλή που αναδεικνύεται από τις νέες εκλογές μπορεί να αναδείξει Πρόεδρο με πλειοψηφία απλώς 151 βουλευτών. Τούτο δεν αποτελεί ούτε «κύρωση» προς τη Βουλή, όπως γράφει ο Α. Μανιτάκης12, ούτε έσχατο μέσο για την αποφυγή του πολιτικού αδιεξόδου, όπως γράφει η Λ. Παπαδοπούλου13, αλλά έναν άλλο τρόπο (πέραν της συναίνεσης) για την ανάδειξη, μέσω της οιονεί «άμεσης» εκλογής, ισχυρού Προέδρου της Δημοκρατίας.
Όπως όμως θα δειχθεί παρακάτω, η πολιτική πρακτική της εικοσαετίας ακολούθησε δύο διαφορετικούς δρόμους, κανένας από τους οποίους δεν ανταποκρίνεται πλήρως στη ratio της συνταγματικής ρύθμισης, όπως φαίνεται να την θέλησε ο ιστορικός συντακτικός νομοθέτης.
5. Η συνταγματική πρακτική της τελευταίας εικοσαετίας αποτύπωσε δύο τύπους πολιτικής συμπεριφοράς: Όταν τα κόμματα θεωρούν ότι η Βουλή βρίσκεται σε δυσαρμονία με τους τρέχοντες πολιτικούς συσχετισμούς στο εκλογικό σώμα προκαλούν εκλογές (η τρέχουσα περίπτωση και η περίπτωση της εκλογής Καραμανλή το 1990, αν και τότε η Νέα Δημοκρατία ήταν πρώτο κόμμα σε κοινοβουλευτική δύναμη, αλλά χωρίς αυτοδυναμία14). Όταν, αντιθέτως, προβλέπουν ότι η κυβέρνηση που έχει την εξουσία κατά πάσα πιθανότητα θα επανεκλεγεί, συγκατατίθενται στην εκλογή ενός πολιτικού που προέρχεται από το αντίθετο πολιτικό στρατόπεδο.
Παρά τις προσδοκίες του συντακτικού νομοθέτη, η συναίνεση που διαμορφώνεται στην δεύτερη περίπτωση, ακόμη και όταν εγγίζει την σχεδόν παμψηφία, όπως στην εκλογή Παπούλια (282 ψήφοι!), δεν οδηγεί στην ανάδειξη ισχυρών Προέδρων. Και τούτο γιατί, όχι η «πονηρία της συνταγματικής ιστορίας» αλλά η πονηριά των Ελλήνων πολιτικών, οδηγεί, τελικά, στην εκλογή ανδρών με υψηλό μεν ηθικό ανάστημα, αποτυχημένων όμως πολιτικά και σε σχέσεις ψυχρότητας με το φυσικό πολιτικό τους χώρο. (Ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε διαλύσει το κόμμα του -ΔΗ.ΑΝΑ.- επειδή στις βουλευτικές εκλογές του 1993 δεν είχε εκλέξει κανένα βουλευτή, ο Κ. Παπούλιας επίσης δεν είχε καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές του 2004.)
Η επιλογή αυτή των αρχηγών των κυβερνητικών κομμάτων είναι σκόπιμη και στοχεύει ακριβώς στην ανάδειξη αδύναμων Προέδρων. Παρά την υψηλή τους πολιτική δημοφιλία και το εύρος της (κατασκευασμένης) κοινοβουλευτικής αποδοχής τους, οι εν λόγω Πρόεδροι δεν έχουν ίδιο και αυτοτελές πολιτικό κεφάλαιο, πράγμα αναγκαίο για την προσωπική πολιτική νομιμοποίηση κάθε πραγματικού ηγέτη ή statesman. Περαιτέρω, οι δεσμοί με το πολιτικό στρατόπεδο προέλευσης τους, αν δεν είχαν οριστικά διαρραγεί, όπως στην περίπτωση Στεφανόπουλου, πλησίαζαν αυτό το σημείο (περίπτωση Παπούλια), οπότε και η εκείθεν υποστήριξη τολμηρών επιλογών κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν. Η εκλογή τους, συνεπώς, συνιστούσε σκόπιμο πολιτικό ελιγμό και όχι μια «αυτονόητη» επιλογή, όπως αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και οι δύο όφειλαν την διάσωση τους από την πολιτική αφάνεια και αποστρατεία (πραγματική νεκρανάσταση!) όχι στο πολιτικό τους βάρος αλλά στους υπολογισμούς του ηγέτη του αντίπαλου κόμματος.
Ενόψει των παραπάνω, ελλείψει κάθε αυτόφωτης πολιτικής επιρροής στο εκλογικό σώμα, ήταν αναμενόμενο η θητεία τους να είναι χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση –και, κυρίως, χωρίς πολιτική δυνατότητα, - σύγκρουσης ούτε με τους πρώην αντιπάλους και νυν ευεργέτες ούτε με τον χώρο της πολιτικής τους προέλευσης, εάν εναλλάσσονταν στην εξουσία. Και οι δύο επιλογές θα απαιτούσαν Ταλλευράνδειο αμοραλισμό που και οι δύο άντρες εξορισμού δεν διαθέτουν. (Τα υψηλά ποσοστά δημοτικότητας τους οφείλονται στην αντίληψη που έχει –ορθά- διαμορφωθεί στην κοινή γνώμη περί της ακεραιότητας και τιμιότητας τους. Προφανώς, όμως, αυτά θα έπρεπε να θεωρούνται προσόντα κοινού τόπου για όλους τους ασχολούμενους με τα κοινά, όχι λόγοι εκλογής στο ανώτατο αξίωμα. Η υψηλή δημοφιλία παρόμοιων πολιτικών αποτελεί ταυτόχρονα απόδειξη της κρίσης του πολιτικού συστήματος και πηγή περαιτέρω υπονόμευσης του: Ενισχύει το στερεότυπο –δυστυχώς όχι εκτός πραγματικότητας-15 της γενικευμένης διαφθοράς των πολιτικών και της πολιτικής, γενικότερα.)
Κατ’αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε μια συνταγματική πρακτική κατά την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν άσκησε, για παράδειγμα, ποτέ την αρμοδιότητα του για αναπομπή νομοσχεδίου, λες και δεν υπήρξαν κραυγαλέες περιπτώσεις τυπικής αντισυνταγματικότητας νόμων και αδιαμαρτύρητα αποδέχθηκε κάθε πρόταση πρόωρης διάλυσης της Βουλής για υποτιθέμενη αντιμετώπιση «εθνικού θέματος», όσο προδήλως αστήρικτη και αντισυνταγματική και να ήταν η πρόταση αυτή.
6. Ας αξιολογήσουμε, λοιπόν, με βάση τις ανωτέρω μεθοδολογικές παρατηρήσεις και αποδοχές την εξαγγελία ΠΑΣΟΚ για τη μεθοδευμένη, μέσω της μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, προσφυγή στις κάλπες. Κατ’αρχάς, η συγκεκριμένη προαναγγελθείσα πρακτική προφανώς δεν είναι αντίθετη με το γράμμα του άρθρου 32 του Συντάγματος.Περαιτέρω, η επιλογή αυτή δεν αποτελεί κυρίως, όπως γράφει ο Μανιτάκης, «το μοναδικό θεσμικό αντίβαρο που διαθέτει η αντιπολίτευση για να αντισταθμίσει τη θεσμική παντοδυναμία, που απόκτησε η κυβερνητική πλειοψηφία μετά την κατάργηση των υπερεξουσιών του Προέδρου»16, στο πλαίσιο της εξισορρόπησης της σχέσης κυβέρνησης-αντιπολίτευσης.
Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι η κοινοβουλευτική αρχή αλλά η ίδια η δημοκρατική αρχή, υπό την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, που νομιμοποιεί συνταγματικά την πρακτική αυτή. Η ύπαρξη προφανούς δυσαρμονίας της σύνθεσης της Βουλής με το εκλογικό σώμα, ακόμη και εάν είναι ανεκτή στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος, βρίσκεται, πάντως, σε πρόδηλη ένταση με την δημοκρατική αρχή. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η οιονεί κοινοβουλευτική μορφή διάλυσης της Βουλής αναβιώνει με άλλη, δημοκρατικότερη μορφή, τη συστηματική ενότητα του Συντάγματος, καλύπτοντας το κενό της κατάργησης από την αναθεώρηση του 1986 της ανάλογης Προεδρικής προνομίας για διάλυση της Βουλής, μετά από απλή γνώμη του Συμβουλίου της Δημοκρατίας, όταν αυτή τελούσε σε προφανή δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα.
Εν κατακλείδι: Ούτε το γράμμα της ρύθμισης, ούτε η συνταγματική πρακτική, ούτε η συστηματική ενότητα του Συντάγματος, ούτε η δημοκρατική αρχή απαγορεύουν την προαναγγελθείσα πολιτική συμπεριφορά του ΠΑΣΟΚ. Η πρακτική αυτή δεν συνιστά καταστρατήγηση του άρθρου 32, με την έννοια της «ενσυνείδητης χρήσης του τελευταίου για σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο τέθηκε»17, εφόσον ο σκοπός της ρύθμισης δεν είναι η ανάδειξη συναινετικού αλλά ισχυρού Προέδρου της Δημοκρατίας. Εξάλλου, εάνη εργαλειοποίηση της υποψηφιότητάς του Προέδρου εκληφθεί από τον ίδιο –ή αντικειμενικά- ως «απρέπεια» στο πρόσωπο του –και όχι στο Σύνταγμα- έχει πάντα ανοικτή την οδό της παραίτησης από την υποψηφιότητα του.
1 Βλ. τη συμβολή του Χ. Ανθόπουλου, Προεδρική εκλογή και συνταγματική ορθότητα στο ιστολόγιο του Ομίλου μας.
2 Βλ., αντί άλλων, Γ. Κατρούγκαλου, Το Σύνταγμα, 3/1991, σελ.253-279.
3 Δ. Τσάτσου, Η πολιτική αξιοπιστία ως αρχή του Συντάγματος, Αντί 346, 1987 και ανάτυπο, βλ. του ίδιου, Von der Wurde des Staates zur Glaubwürdigkeit der Politik, Berlin, 1987,πρβλ. Γ. Τασόπουλου, Πολιτική αξιοπιστία και θεσμική συνέπεια, σε Α. Ανθόπουλου κ.α., Σύνταγμα και Ερμηνεία, Η συμβολή του Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 2008, σ. 93.
4 A.V.Dicey, Introduction Ζ l'etude du droit constitutionnel,Παρίσι, 1902, σ.350
5 Χαρακτηριστική η διαμάχη Κυβέρνησης και Βουλής των Λόρδων στις μεγάλες κρίσεις του 1906 και 1911, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η ψήφιση νόμων που συναντούσαν την αντίθεση της Επάνω Βουλής: η κυβέρνηση βασιζόταν στην συνθήκη του πολιτεύματος που επέβαλε την υπερίσχυση της γνώμης της Βουλής των Κοινοτήτων σε περίπτωση διαφωνίας των δύο νομοθετικών σωμάτων, οι Λόρδοι στη συνθήκη που ήθελε σε παρόμοια περίπτωση την διενέργεια εκλογών και την υποχρεωτική διάλυση της Κάτω Βουλής. Bλ. Ο.Beaud, Les conventions de la Constitution, Droits 3, 1986.125, σ.127.
6 Παράδειγμα αυτής της περίπτωσης η κάμψη της αρχής της συλλογικής ευθύνης της κυβέρνησης απέναντι στη βουλή που επέβαλαν λόγοι διατήρησης της κυβερνητικής ενότητας στις κρίσεις του 1932, 1975 και 1978. Πρβλ. Β. Uwanno, Les conventions de la Constitution, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Παρίσι Χ, 1982, σ.87.
8 Βλ. R. Αlexy, Τheorie der Grundrechte, Frankfurt a.Μ., 1986, σ. 146, J.R. Siekcmann, Regelmodelle und Ρrinzipienmodelle des Rechtsystems, Βaden-Βaden, 1990, σ. 52 κ.ε
9 Βλ. και Α. Μανιτάκη, Κράτος Δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 272 καιΚεφάλαιο έκτο.
10 Πρβλ. E. Benda, Το κοινωνικό κράτος δικαίου (μτφ. Π. Τσούκα), Α. Σάκκουλας, Αθήνα, 1998, αρ. περ. 41.
11 Βλ. τη συμβολή του Τ. Βιδάλη στο σχετικό διάλογο.
12 Α. Μανιτάκη Παραβίαση του συντάγματος, καταστρατήγησητουΉ συνταγματική απρέπεια; Συμβολή στο ιστολόγοι του Ομίλου μας.
13 Λ. Παπαδοπούλου, Οι εκλογές ως έσχατο μέσο, σε: «Ελευθεροτυπία», 29.7.2009
14 Βλ. και τις σχετικές δηλώσεις στη Βουλή του Κ. Μητσοτάκη: «Από την ώρα που το Σύνταγμα (...) προβλέπει τη δυνατότητα, επ’ ευκαιρία της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, να οδηγηθεί η χώρα στις εκλογές, είναι βέβαιον... ότι όλα τα κόμματα θα κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, αν πολιτικά πιστεύουν ότι μπορούν να οδηγήσουν τον τόπο σε εκλογές. Όλα τα υπόλοιπα που λέγονται είναι ανάξια σοβαρής συζήτησης. Ότι δήθεν παραβιάζουμε το Σύνταγμα, ότι δήθεν υποβιβάζουμε τον θεσμό». Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σ. 280. Βλ. σχετικά Χ. Ανθόπουλου, Το «πολιτικό στοιχείο» της εκλογής Προέδρου, ΕΘΝΟΣ 1/7/2009.
15 Βλ. σχετικά Κ. Χρυσόγονου, Η ιδιωτική Δημοκρατία, Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα, 2009.
16 Α. Μανιτάκη Παραβίαση του συντάγματος, καταστρατήγησητουΉ συνταγματική απρέπεια; Ibidem.
17 Βλ. σχετικά τη συμβολή του Γ. Γεραπετρίτη στο ιστολόγιο του Ομίλου μας.
Προεδρική εκλογή και συνταγματική ορθότητα
του Χαράλαμπου Ανθόπουλου
Επίκουρου Καθηγητή ΕΑΠ
1.. Οι κανόνες «συνταγματικής ορθότητας» έχουν κάποια ομοιότητα με τις «συνθήκες του πολιτεύματος» (constitutionalconventions), δηλαδή τους κανόνες συνταγματικής συμπεριφοράς που προέρχονται από την πολιτική ηθική και η τήρηση των οποίων θεωρείται υποχρεωτική, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν νομική ισχύ (βλ. τελείως ενδεικτικά, G. Marshall, TheConstitution: Itstheoryandinterpretation, σε: V. Bogdanor, TheBritishConstitutioninthetwentiethcentury, 2007, σ. 29 επ., ιδίως σ. 37 επ.). Η εξειδικευμένη προσέγγιση των κανόνων συνταγματικής ορθότητας οφείλεται κυρίως στην ιταλική συνταγματική θεωρία (βλ. S. Romano, Dirittoecorrettezzacostituzionale, σε: Riv. dir. pubbl., 1909, I, σ. 483 επ., P. BiscarettidiRuffia, Lenormedicorrettezzacostituzionale, 1939, G. Treves, Correttezzacostituzionale, σε: Enc. Dir., X, 1962, ad vocem, G. Zagrebelsky, Manuale di diritto costituzionale, I, Il sistema delle fonti del diritto, 1987, σ. 284). Οι κανόνες συνταγματικής ορθότητας έχουν ως αποδέκτες όχι μόνο τα συνταγματικά όργανα αλλά και τα πολιτικά κόμματα, τα οποία δεν αποτελούν απλές ιδιωτικές οργανώσεις αλλά θεσμούς της συνταγματικής ζωής (βλ. Χ. Ανθόπουλου,Ευ. Βενιζέλου, Συνταγματική πρακτική. Μία αυτοτελής έννοια, σε: του ίδιου, Μελέτες συνταγματικού δικαίου, 1980-1987, 1987, σ. 97 επ.), στοιχεία που αποτελούν ουσιώδη γνωρίσματα της έννοιας των συνθηκών του πολιτεύματος. Τρίτον: οι κανόνες συνταγματικής ορθότητας έχουν μία ασθενέστερη ηθικο-πολιτική δεσμευτικότητα σε σχέση με τις συνθήκες του πολιτεύματος, με την έννοια ότι μπορούν να παραμεριστούν εάν υπάρχει συνταγματικά αποχρών λόγος για την απόκλιση από αυτούς. Εννοείται φυσικά ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικότερες διαφορές μεταξύ κανόνων συνταγματικής ορθότητας και συνταγματικών εθίμων, αφού αυτά τα τελευταία αποτελούν νομικούς κανόνες (για όλα αυτά βλ. G. Treves, Correttezzacostituzionale, ό.π.). Είναι αμφίβολο αν στο ισχύον ελληνικό συνταγματικό σύστημα μπορεί να εντοπισθεί με βεβαιότητα έστω μόνο μία συνθήκη του πολιτεύματος ή έστω μόνο ένα συνταγματικό έθιμο. Αντίθετα, μπορούν να υποδειχθούν, στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος, αρκετοί κανόνες συνταγματικής ορθότητας που έχουν ως αποδέκτες τα συνταγματικά όργανα και τα πολιτικά κόμματα, όταν κινούνται σε χώρο ελεύθερο από συνταγματικές ρυθμίσεις ή καλούνται να εφαρμόσουν συνταγματικούς κανόνες που αφήνουν ευρύ περιθώριο εναλλακτικών επιλογών. Η εσωτερική δημοκρατία στα πολιτικά κόμματα. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΑΠ 590/2009, σε: ΕφημΔΔ τ.χ. 3, 2009, σ. 300 επ.), και υποδεικνύουν ένα «δεοντολογικά» ορθό τρόπο συμπεριφοράς στις σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των συνταγματικών υποκειμένων. Το κοινό τους στοιχείο με τις συνθήκες του πολιτεύματος είναι ότι δεν αποτελούν νομικούς κανόνες, δηλαδή ότι ο σεβασμός ή η παράβασή τους δεν συνεπάγονται νομικές κυρώσεις. Υπάρχουν όμως αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ των κανόνων συνταγματικής ορθότητας και των συνθηκών του πολιτεύματος. Πρώτον: οι κανόνες συνταγματικής ορθότητας έχουν δευτερεύουσα ή έστω μικρότερη πολιτικο-συνταγματική σημασία σε σχέση με τις συνθήκες του πολιτεύματος. Δεύτερον: η ύπαρξη των κανόνων συνταγματικής ορθότητας δεν εξαρτάται από τη συμφωνία των εμπλεκόμενων συνταγματικών υποκειμένων για τη χρησιμότητά τους ούτε προϋποθέτει την ύπαρξη σχετικής «συνταγματικής πρακτικής» (για την έννοια αυτή βλ.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κανόνα συνταγματικής ορθότητας είναι ότι η Κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αποφεύγουν να ασκούν κριτική στις δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η μη τήρηση του κανόνα αυτού δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον δημόσιο λόγο του παίρνει θέση στην τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση.
2. Η ratioενός κανόνα συνταγματικού δικαίου δεν αποτελεί η ίδια κανόνα συνταγματικού δικαίου αλλά μέσο για την ερμηνεία του κανόνα αυτού, όταν το γραμματικό νόημά του δεν είναι σαφές. Αν εξαιρέσει κανείς τη φράση «έναν τουλάχιστον μήνα πριν λήξει η θητεία του εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας» (άρθρο 32 § 1 εδ. α΄ Συντ.), η διατύπωση των §§ 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 32 Συντ. δεν δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι στις τρεις πρώτες ψηφοφορίες για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και στην τέταρτη, που γίνεται στη νέα Βουλή, μετά την υποχρεωτική διάλυση της προηγούμενης Βουλής, η οποία δεν κατάφερε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία: δύο τρίτων, δύο τρίτων, τριών πέμπτων, τριών πέμπτων, του όλου αριθμού των βουλευτών. Ο νομικός κανόνας αφορά το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία, όχι τον τρόπο και τις πολιτικές διεργασίες με τις οποίες θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό. Από το άρθρο 32 Συντ. προκύπτει όμως και ένας κανόνας συνταγματικής ορθότητας: ότι κατά το Σύνταγμα είναι επιθυμητό να γίνεται μία σοβαρή προσπάθεια εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας κοινής εμπιστοσύνης από την υπάρχουσα Βουλή, μετά από συνεννόηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας με την αντιπολίτευση, κατά προτίμηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις που τη συγκροτούν και όχι μόνο ένα μέρος της, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η «συνθετική» αντιπροσωπευτικότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας ως εκφραστή της εθνικής ενότητας. Η υποχρεωτική διάλυση της Βουλής θεσπίζεται ακριβώς για τον λόγο αυτόν, δηλαδή για «να είναι δυνατόν, εν όψει αυτής, να γίνεται μια σοβαρά προσπάθεια εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας» [στις τρεις πρώτες ψηφοφορίες] (έτσι ο Κ. Τσάτσος, κατά τη συνεδρίαση ΠΘ΄ της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, 20.5.1975, Επίσημα Πρακτικά Βουλής, σ. 943). Όπως και κάθε άλλος κανόνας συνταγματικής ορθότητας, ο κανόνας αυτός έχει μία ηθικο-πολιτική δεσμευτικότητα primafacie: αυτός που αποφασίζει να μην τον τηρήσει είναι υποχρεωμένος να αποδείξει με πειστικό τρόπο ότι υπάρχουν αποχρώντες, κατά το Σύνταγμα, λόγοι που δικαιολογούν την επιλογή του αυτή. Οι λόγοι αυτοί μετά την αναθεώρηση του 1986, που περιόρισε ουσιωδώς τις εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκην με τα «προσωπικά χαρακτηριστικά» των υποψηφίων (κύρος, κομματική προέλευση, πολιτική βιογραφία, ιδεολογικός προσανατολισμός), αλλά μπορούν να αφορούν και γενικότερα «πολιτικά ζητήματα» (πρβλ. Λίνα Παπαδοπούλου, Οι εκλογές ως έσχατο μέσο, σε: «Ελευθεροτυπία», 29.7.2009).
3. Υπό το ισχύον Σύνταγμα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον εκλέγουν στην ουσία τα κόμματα. Η αντικατάσταση της μυστικής ψηφοφορίας από ονομαστική (φανερή) ψηφοφορία, με την αναθεώρηση του 1986, αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τον «κοινοβουλευτικό» χαρακτήρα της σχετικής διαδικασίας, καθιστώντας ασφυκτικό τον έλεγχό της από τα κόμματα. Παράλληλα, η κατά το άρθρο 32 § 4 Συντ. υποχρεωτική διάλυση της Βουλής μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία, ρύθμιση που έμεινε ίδια και απαράλλακτη τόσο στην αναθεώρηση του 1986 όσο και σε εκείνη του 2001, δίνει την ευκαιρία στα κόμματα και ιδίως στα δύο μεγάλα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, να εντάξουν το «παιχνίδι της προεδρικής εκλογής» στους πολιτικούς και εκλογικούς τους υπολογισμούς. Ότι η διάταξη αυτή έδινε το δικαίωμα στην κυβερνητική πλειοψηφία ή στην αντιπολίτευση –αν διέθετε 121 βουλευτές- να προκαλέσουν διάλυση της Βουλής και νέες εκλογές, όχι διότι πραγματικά διαφωνούσαν για το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά διότι προσδοκούσαν το ίδιο ή καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα στη νέα εκλογική αναμέτρηση -η κυβερνητική πλειοψηφία- ή ανατροπή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων -η αντιπολίτευση-, είχε γίνει πλήρως αντιληπτό ήδη από το 1975, όταν η διάταξη αυτή συζητήθηκε στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή. Στην πραγματικότητα, το πιθανότερο είναι την ευκαιρία αυτή να θέλει να την αξιοποιήσει κυρίως η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση. Όπως ήδη σημειώθηκε, μία τέτοια στάση είναι αντίθετη με τον κανόνα συνταγματικής ορθότητας για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω (υπό 2), εκτός εάν υπάρχουν συνταγματικά αποχρώντες λόγοι που τη δικαιολογούν. Ένας τέτοιος λόγος υπάρχει όταν η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας συμπίπτει με το τελευταίο εξάμηνο ή τρίμηνο (πρβλ. άρθρο 85 του ιταλικού Συντάγματος) της κοινοβουλευτικής περιόδου. Μία εκπνέουσα Βουλή δεν έχει την απαιτούμενη πολιτική νομιμοποίηση για να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τέτοιον λόγο συνιστά και η επιγενόμενη προφανής δυσαρμονία μεταξύ της υπάρχουσας Βουλής και του λαϊκού αισθήματος, όταν υπάρχουν σοβαρές, αντικειμενικές και διαρκείς ενδείξεις που την επιβεβαιώνουν. Στην περίπτωση αυτή, η αξιωματική αντιπολίτευση, επικαλούμενη την υπέρτατη αρχή του Συντάγματος, δηλαδή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία υπαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη μεγαλύτερη δυνατή ανταπόκριση μεταξύ Βουλής και λαού, έχει για τον λόγο αυτόν επαρκή δικαιολογία να αμφισβητήσει τη νομιμοποίηση της υπάρχουσας Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να προκαλέσει νέες εκλογές –αν μπορεί από μόνη της ή μαζί με άλλα κόμματα της μειοψηφίας να εμποδίσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκλογής στην υπάρχουσα Βουλή. Η άποψη ότι το Σύνταγμα θέλει την κυβερνητική σταθερότητα και για τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπει μια τέτοια χρήση του άρθρου 32 Συντ. (έτσι ο Γ. Κασιμάτης, στη συνέντευξή του στο «Παρόν», 12.7.2009, παραβλέπει ότι σπουδαιότερη ακόμα συνταγματική αξία από την κυβερνητική σταθερότητα έχει η αρχή της μεγαλύτερης δυνατής ανταπόκρισης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, που βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής. Αν η διάγνωση και η πρόγνωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την εξέλιξη των πολιτικών σχέσεων είναι σωστή, αυτό θα το κρίνει η λαϊκή ετυμηγορία. Είναι πάντως φανερό ότι το επιχείρημα της απώλειας της αντιπροσωπευτικότητας της υπάρχουσας Βουλής ως προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας μπορεί να υποστηριχθεί πειστικά, εφόσον βέβαια έχει πραγματικό έρεισμα, μόνο αν έχει παρέλθει ικανός χρόνος από τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές -τουλάχιστον δύο έτη- και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας βρίσκεται επί θύραις.
Γιώργου Γεραπετρίτη
Eπ. καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Αθηνών
Το ερώτηματων ημερών είναι ανσυνιστά καταστρατήγηση του συντάγματος η επιλογή της αντιπολίτευσης να προκαλέσει εκλογές καταψηφίζοντας την υποψηφιότητα του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας και υπερψηφίζοντάς τον εκ των υστέρων, ώστε να αποχωρήσει η κυβέρνηση που προβάλλεται ότι έχει απολέσει τη λαϊκή πλειοψηφία.
Καταστρατήγησησυνιστά η ενσυνείδητη χρήση συνταγματικού κανόνα για σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο τέθηκε. Επειδή άγεται σε στοιχεία συνειδησιακά, η καταστρατήγηση συνιστά εν δυνάμεικίνδυνο για τις συνταγματικές αξίες, όπως άλλωστε ιστορικά αποδείχθηκε στον μεσοπόλεμο, και θα πρέπει να αποδίδεται με μεγάλη φειδώ. Όπως καιη (ευθεία) παραβίαση συντάγματος συνιστά απόκλιση από τη συνταγματική νομιμότητα αν και, ελλείποντος συνταγματικού δικαστηρίου, νομική κύρωση δεν υπάρχει αλλά κρίνεται από το εκλογικό σώμα, όπως άλλωστε συμβαίνει και στις περιπτώσεις αμφίβολης συνταγματικής ευθυκρισίας.
Σκοπός της αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου είναι νααπολαμβάνει της ευρύτερης δυνατής πολιτικής συναίνεσης. Οι εκλογές που μεσολαβούν λειτουργούν, όπως αποδείχτηκε μεταπολιτευτικά, ως λανθάνουσα συνταγματική πίεση για την ανεύρεση προσώπου κοινήςαποδοχής ώστε να αποφεύγονται οι εκλογές. Δεν πρόκειται συνεπώς για μια οιονεί πολιτική αρνησικυρία τηςαντιπολίτευσης. Στον βαθμό που στη σημερινή συγκυρία διατυπώνεται ρητά σκοπός διαφορετικός του πνεύματος της διαδικασίας, προκύπτουν χαρακτηριστικά καταστρατήγησης του άρθρου 32 του συντάγματος.
Αντεπιχείρημα πρώτο: Η πολιτική πρακτική του παρελθόντος νομιμοποιεί τη σημερινή συγκυρία. Το ιστορικό επιχείρημα αναφέρεται στη διαδικασία εκλογής Προέδρου το 1990, στην πρακτική να διαλύεται η Βουλή με προσχηματική επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας, στην επιλογή της αποχής από κοινοβουλευτική ψηφοφορία για τη σύσταση επιτροπής και στον τερματισμό της τακτικής συνόδουώστεκατ’ αποτέλεσμα να παραγραφούν τυχόν αδικήματα πολιτικών προσώπων. Ανεξαρτήτως αν έτσι καταστρατηγείται το σύνταγμα, η πολιτική πρακτική δεν μπορεί να αυτονομιμοποιείται, ούτε είναι δυνατόν συνταγματικές αποκλίσεις να λειτουργούν συμψηφιστικά.
Αντεπιχείρημα δεύτερο: Ας αποφανθεί ο λαός, όπερ και το πιο δημοκρατικό. Ο σεβασμός στη δημοκρατία δεν έχει το νόημα της προσφυγής στις κάλπες οποτεδήποτε ανακύψει ζήτημαμεταστροφής του εκλογικού σώματος. Αντιθέτως, ο καθένας οφείλει να σέβεται το αποτέλεσμα των εκλογών από τις οποίες προέκυψε η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία για τον χρόνο και με τον τρόπο που το σύνταγμα παρέχει την τυπική του νομιμοποίηση.
Αντεπιχείρημα τρίτο: Η εφαρμογή του Συντάγματος δεν μπορεί να λειτουργεί σε βάρος του εθνικού συμφέροντος. Είναι νομικά αστήρικτο και θεσμικά επικίνδυνο να οικειοποιείται οποιοσδήποτε την έννοια αυτή και να την αντιπαραβάλλει προς το σύνταγμα, το οποίο συνιστά τη μείζονα αποτύπωση του εθνικού συμφέροντος. Ενόσω η στεγανοποίηση πολιτικής και συντάγματος δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή, η άκριτη συγχώνευση των δύο αλλοιώνει την ακρίβεια των επιχειρημάτων και αποπροσανατολίζει. Το Σύνταγμα δεν είναι η τεχνική του πολιτικού λόγου, αλλά το όριό του.
Τάκη Βιδάλη
Στη συζήτηση για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, θα άξιζε ίσως να δούμε και μερικά θέματα «πίσω από τις γραμμές» των απόψεων που έχουν προς το παρόν εκτεθεί.
Η σύγκρουση των δύο γνωμών αντιστοιχεί σε σύγκρουση αντιθετικισμού (ή «αρχών») και θετικισμού (ή «κανόνων»). Το «αντιθετικιστικό» στρατόπεδο εκφράζει η γνώμη περί «παραβίασης» ή «καταστρατήγησης» του Συντάγματος (Γ. Κασιμάτης, Δ. Τσάτσος, Κ. Χρυσόγονος κ.λπ.), ενώ το θετικιστικό στρατόπεδο, η αντίθετη γνώμη (Α. Μανιτάκης, Ν. Αλιβιζάτος, Γ. Δρόσος κ.λπ.). Υπάρχουν προβλήματα μεθόδου και για τις δύο απόψεις:
-Οι «αντιθετικιστές» προβάλλουν εν προκειμένω μια τόσο στενή σχέση δικαίου και ηθικής, που φθάνει να μετατρέπει την ελευθερία της ψήφου για την εκλογή ΠτΔ των βουλευτών σε «υποχρέωση» επιλογής συγκεκριμένου προσώπου [«αφού είπατε ότι θέλετε τον κ. Παπούλια ως πρόσωπο, δεν δικαιούσθε (σ.σ. : νομικά!!!) να μην τον ψηφίσετε τώρα!…]. Αναρωτιέμαι: αν το ΠΑΣΟΚ δεν έλεγε ότι θα ψήφιζε τον κ. Παπούλια μετά τις εκλογές (αλλά μας το φύλαγε για…έκπληξη αφού θα τις κέρδιζε), τότε θα είμαστε εντάξει με το 32 παρ. 4 Σ.; Είτε απαντήσουμε ναι είτε όχι, πάντως το τι είναι συνταγματικό θα εξαρτάται στο εξής και από προθέσεις, συναισθήματα, φόβους, άγχη, «καλούς τρόπους», κ.ο.κ., με προφανές τίμημα την ασφάλειας του δικαίου.
-Οι «θετικιστές», υιοθετώντας αποκλειστικά τη γραμματική ερμηνεία (μεσοπόλεμος!…) αγνοούν κάθε έννοια σκοπού της κρίσιμης διάταξης. Τόσο πολύ μάλιστα, που φθάνουν στο σημείο να επιχειρηματολογούν με εξόφθαλμες λήψεις ζητουμένου («έτσι έκανε και ο Μητσοτάκης το ’90…» - σαν να έκανε σωστά!!) και κυρίως να αρνούνται το ενδεχόμενο εργαλειακής χρήσης του Συντάγματος. Κι όμως, το ενδεχόμενο αυτό υπάρχει. Ας φαντασθούμε π.χ. τη θρησκευτική ελευθερία να πρέπει να οριοθετηθεί - βάσει του 13 παρ. 4 Σ. - με έναν τυπικό νόμο που θα απαγόρευε την ίδρυση ναών. Δεν θα ήταν εργαλειακή η χρήση του Συντάγματος από έναν νομοθέτη που θα ονόμαζε «νόμο» ακόμη και ένα τέτοιο έκτρωμα; Και γενικότερα: ο κίνδυνος εργαλειακής χρήσης όχι μόνον των νομικών κανόνων ή των οποιωνδήποτε κανόνων, αλλά και της ίδιας της λογικής (σοφίσματα!) υφίσταται εξ ορισμού, ακριβώς γιατί το γράμμα είναι – επίσης εξ ορισμού – πολύσημο. Αν πιστέψουμε ότι οι συνταγματικοί κανόνες εξαιρούνται από τη διαπίστωση αυτή, τότε φοβάμαι ότι δεν πρέπει να θεωρούνται ως προϊόν έλλογης δραστηριότητας που θέλουμε να υποβάλλεται και σε επιστημονική ανάλυση. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιχειρηματολογία των «θετικιστών» καταλήγει μοιραία σε ένα Σύνταγμα χωρίς κανονιστική ισχύ, που το επικαλούμαστε μόνον ρητορικά.
2. Επί της ουσίας υπάρχει φυσικά λύση, αν συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στον σκοπό του 32 Σ. που είναι αποκλειστικά η ανάδειξη Προέδρου ει δυνατόν χωρίς διάλυση της Βουλής και μόνον αν αυτό δεν είναι εφικτό μετά από διάλυση και εκλογές. «Δεν είναι εφικτό», όμως, μόνον αν δεν υπάρχει συμφωνία στο πρόσωπο. Όχι για άλλους λόγους πολιτικής, αφού ο Πρόεδρος είναι πολιτικά ανεύθυνος. Αν το πρόσωπο δηλώνεται εξ αρχής κατάλληλο είναι εφικτή η ανάδειξη Προέδρου.
Συμπέρασμα: αν το ΠΑΣΟΚ δεν ψηφίσει τον κ. Παπούλια και προκηρυχθούν εκλογές, η συμπεριφορά του είναι κατ’ αρχήν σύμφωνη με το άρθρο 32 Σ., αν όμως τον προτείνει μετά τις εκλογές, υπάρχει τεκμήριο εργαλειακής χρήσης της διάταξης (μετατροπή του μέσου που προβλέπει – εκλογές – σε «σκοπό» και του σκοπού της – ανάδειξη Προέδρου – σε «μέσο»), επομένως καταστρατήγησης του Συντάγματος.
Η λύση αυτή βρίσκω ότι προσφέρει ένα ασφαλές κριτήριο – την επιλογή ή μη συγκεκριμένου προσώπου – για να διαπιστωθεί η συνταγματικότητα και να καταλογισθεί ή όχι αντίστοιχη πολιτική ευθύνη στο ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά με την «αντιθετικιστική» άποψη είναι ότι δεν προεξοφλεί apriori το κριτήριο αυτό – με βάση δηλώσεις, προθέσεις, διακηρύξεις κ.ο.κ. – ηθικολογώντας τελικά για το Σύνταγμα, αλλά ότι το διαπιστώνει ως γυμνό factum εκ των υστέρων, διασώζοντας την ασφάλεια του δικαίου. Η διαφορά με τη «θετικιστική» άποψη είναι ότι δεν θυσιάζει τον σκοπό των κανόνων (όχι των «αρχών»!), αφήνοντάς τους απλά εργαλεία στους εκάστοτε καλοθελητές.
Στη συζήτηση επανατέθηκε το θέμα της επαναφοράς στον Πρόεδρο της αρμοδιότητας διάλυσης της Βουλής. Νομίζω, όχι σωστά. Ένας έμμεσα εκλεγμένος Πρόεδρος μόνον κατ’ όνομα μπορεί να λειτουργεί ως «αντίβαρο» (φαντάζεσθε τον κ. Παπούλια ή, παλιότερα, τον κ. Στεφανόπουλο να …διαλύουν τη Βουλή του 2007 ή του 1993 ή του 1996;). Σε δύσκολες εποχές, η αρμοδιότητα θα καταρρακωνόταν, αφού ο Πρόεδρος θα γινόταν «σάκος του μποξ» για την αντιπολίτευση που θα τον πίεζε ασφυκτικά να την ασκήσει. Τέτοιου είδους αντίβαρα είναι αποτελεσματικά μόνον αν έχουμε άμεση εκλογή Προέδρου (επιλογή που δεν κινείται αναγκαστικά εκτός κοινοβουλευτικού συστήματος) ή αν η κυβερνητική διάλυση «για εθνικό θέμα» ελέγχεται από κάποιο δικαστήριο (η ανάδειξη των μελών του οποίου δεν θα εξαρτάται κατά κανέναν τρόπο από την κυβέρνηση ή την κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή).
Τέλος, για το ύφος της αντιπαράθεσης: χαρακτηρισμοί – συχνά βαρείς έως και προσβλητικοί – ακούσθηκαν και από τα δύο στρατόπεδα. Επειδή είναι αρκετά χρόνια τώρα που προσπαθώ να συνδυάσω το δίκαιο με τις θετικές επιστήμες, διαπιστώνω ότι το φαινόμενο συναντάται και αλλού και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση. Πάντοτε όμως προδίδει μια ανασφάλεια για την ισχύ των ουσιαστικών επιχειρημάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αντικείμενο του συνταγματικού δικαίου είναι η συμπεριφορά των πολιτικών που, ανέκαθεν, συνήθιζαν τους χαρακτηρισμούς. Η μίμηση του ύφους τους οδηγεί σε ταυτίσεις του μελετητή με το αντικείμενό του, κάτι που – κυρίως επιστημολογικά – είναι ολέθριο.
Η αξιωματική αντιπολίτευση εξήγγειλε ότι κατά την επικείμενη λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν θα συμπράξει στην επανεκλογή του. Οχι επειδή τον κρίνει ακατάλληλο για το αξίωμα αυτό, αλλά με τον αποκλειστικό σκοπό να καταστεί αναγκαία η προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ελπίζει ότι έτσι θα κατακτήσει την εξουσία, οπότε και θα προχωρήσει, ως κυβέρνηση, στην ανανέωση της θητείας του Προέδρου! Προτίθεται, δηλαδή, η αντιπολίτευση να χρησιμοποιήσει τη λήξη της προεδρικής θητείας ως μέσον εξαναγκασμού σε πρόωρη προκήρυξη εκλογών προκειμένου να καταστεί, όπως ελπίζει, κυβέρνηση.
Πρόκειται για κλασική περίπτωση «κατάχρησης εξουσίας» (detournement de pouvoir) αφού η άρνηση σύμπραξης δεν συναρτάται προς την καταλληλότητα του προσώπου του Προέδρου, αλλά υπαγορεύεται από σκοπό ξένο και άσχετο, την πρόωρη αναρρίχηση της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση.
Η έννοια της «κατάχρησης εξουσίας» αναπτύχθηκε ιδίως στο διοικητικό δίκαιο όπου καθιερώθηκε ως λόγος ακύρωσης διοικητικών πράξεων που υπαγορεύθηκαν από σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο είχαν νομοθετηθεί. Απηχεί όμως γενικότερη αρχή του δικαίου και εφαρμόζεται, υπό συγγενικές ονομασίες, σε όλη την έκταση της έννομης τάξης. Εχει, λοιπόν, πεδίο εφαρμογής και στο συνταγματικό δίκαιο, όταν πράξη ή παράλειψη συνταγματικού οργάνου, όπως είναι και το κόμμα, εμφανίζει τα ως άνω χαρακτηριστικά.
Μια κακή συνταγματική παράδοση ανέχεται στη χώρα μας τέτοιες ή ανάλογες πρακτικές. Και η έλλειψη Συνταγματικού Δικαστηρίου καθιστά αδύνατο τον αποτελεσματικό έλεγχο τέτοιων μεθοδεύσεων.
* Ο κ. Στέφανος Ματθίας είναι επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
Παίρνει όμως μεγάλο πολιτικό ρίσκο – Δεν δικαιούται να δίνει μαθήματα η κυβέρνηση, τονίζει ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος Συνέντευξη στον Κωνσταντινου Zουλα KΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26/7/09
«Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ να προκαλέσει εσπευσμένα τον Μάρτιο εκλογές δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, αλλά ενέχει ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο», αποφαίνεται σήμερα στην «Κ» ο κ. Νίκος Αλιβιζάτος, λαμβάνοντας και εκείνος θέση στην πολιτική διελκυστίνδα των τελευταίων ημερών. Ο διακεκριμένος συνταγματολόγος, καίτοι καταλογίζει στην κυβέρνηση ότι «με τις επιλογές της δεν δικαιούται να δίνει θεσμικά μαθήματα σε κανέναν», επιμερίζει σε όλα τα κόμματα τις στρεβλώσεις του κοινοβουλευτικού μας συστήματος και θεωρεί απαραίτητη την επαναφορά της συνταγματικής δυνατότητας διάλυσης της Βουλής που είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μέχρι το 1986. Προβλέπει, τέλος, ότι αν «οι πολιτικοί μας δεν αναλάβουν τις ευθύνες τους, σύντομα θα έχουμε έναν ακόμη Δεκέμβρη, όχι μόνο των δεκαεξάρηδων».
- Κε Αλιβιζάτε, εσείς θεωρείτε ότι το ΠΑΣΟΚ σέβεται το πνεύμα του Συντάγματος με την επιλογή του να προκαλέσει τον Μάρτιο εκλογές, καταψηφίζοντας αρχικώς τον κ. Καρ. Παπούλια για να τον επανεκλέξει εκ των υστέρων στην προεδρία της Δημοκρατίας;
- Προσωπικά δεν συμμερίζομαι την άποψη πως η επιλογή αυτή του ΠΑΣΟΚ προσβάλλει το Σύνταγμα. Το μεν γράμμα του Συντάγματος δεν το προσβάλλει, διότι καμιά διάταξη δεν επιβάλλει στους βουλευτές να μετάσχουν σε μια ψηφοφορία αν δεν το θέλουν. Από την άλλη, δεν τους υποχρεώνει να ψηφίσουν ή να μην ψηφίσουν έναν συγκεκριμένο υποψήφιο. Για παράδειγμα, το 1990, η Ν.Δ. ψήφισε τον Κων. Καραμανλή μόνο μετά τις βουλευτικές εκλογές της 8ης Απριλίου. Πριν από αυτές, αν και πρώτο κόμμα στην τότε Βουλή, ψήφισε «παρών», ώστε να προκηρυχθούν εκλογές και ο λαός τελικά να κρίνει. Για να απαντήσω δε πλήρως στο ερώτημά σας, η επιλογή του ΠΑΣΟΚ δεν θεωρώ ότι παραβιάζει και το πνεύμα του Συντάγματος. Διότι, μετά το 1986, οπότε αφαιρέθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής, το «βέτο» της αντιπολίτευσης στην εκλογή του ανώτατου πολιτειακού φορέα είναι το μόνο θεσμικό αντίβαρο στις ακρότητες του πρωθυπουργοκεντρισμού. Το μοναδικό, δηλαδή, αντιστάθμισμα σε αυτό που ο Τοκβίλ ονόμαζε «τυραννία της πλειοψηφίας».
- Η βασική ένσταση, ωστόσο, των συναδέλφων σας κ. Δημ. Τσάτσου και κ. Γ. Κασιμάτη δεν αφορούσε καθαυτή την επιλογή του ΠΑΣΟΚ, όσο τη συνταγματική αντίφαση που καταλογίζουν ότι ενέχει η άποψη του κ. Γ. Παπανδρέου όταν υποστηρίζει ότι, ενώ σέβεται τον κ. Παπούλια, θα τον καταψηφίσει για να έρθει στην εξουσία και θα τον εκλέξει εκ των υστέρων.
- Υπενθυμίζω ότι ο μεν κ. Κασιμάτης μίλησε για «παραβίαση» και μάλιστα τριπλή του Συντάγματος, ο δε κ. Τσάτσος -κάπως προσεκτικότερος- για «εργαλειοποίηση» του σημερινού προέδρου. Δεν συμφωνώ με τις συγκεκριμένες διαπιστώσεις, ούτε με τους χαρακτηρισμούς. Υπενθυμίζω ότι ο Κων. Καραμανλής εξελέγη για τη δεύτερη προεδρική του θητεία το 1990, στην πέμπτη ψηφοφορία, ύστερα από μεθοδευμένη διάλυση της Βουλής, με 153 μόνον ψήφους, μεταξύ των οποίων και οι ψήφοι των κ. Κατσίκη, Φαΐκογλου και του μακαρίτη Σαδίκ, που ήταν, αν δεν κάνω λάθος, κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία. Χρησιμοποίησε τότε κανείς τέτοιες εκφράσεις; Οφείλω, ωστόσο, να επισημάνω ότι το ΠΑΣΟΚ, δηλώνοντας χωρίς περιστροφές ότι σέβεται μεν τον κ. Παπούλια, αλλά θα τον ψηφίσει μόνο μετά τις εκλογές, παίρνει ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο. Κι αν αυτό το ρίσκο δεν του βγει, θα το πληρώσει πολιτικά.
- Το ΠΑΣΟΚ επικαλέστηκε την εβδομάδα που πέρασε το εθνικό συμφέρον που, κατά τους εκπροσώπους του, επιτάσσει την αλλαγή κυβέρνησης. Η κριτική, ωστόσο, που του ασκήθηκε είναι ότι διεκδικεί την αυθεντική ερμηνεία του εθνικού συμφέροντος, παραβλέποντας ότι αυτό ούτως ή άλλως προστατεύεται από το Σύνταγμα.
- Ολα τα κόμματα επικαλούνται το εθνικό συμφέρον. Το καθένα μάλιστα διατείνεται ότι το εξυπηρετεί καλύτερα από τ' άλλα. Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος προφανώς δεν δικαιολογεί παραβίαση του Συντάγματος. Αλλά σας επαναλαμβάνω, ότι δεν θεωρώ συνταγματική παραβίαση την επιλογή του ΠΑΣΟΚ. Οσο για τη σημερινή κυβέρνηση, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να είναι πολύ υπερήφανη για τον θεσμικό της απολογισμό. Μετά μάλιστα και τον ατυχή χειρισμό των απανωτών σκανδάλων, δεν δικαιούται να δίνει μαθήματα σε κανέναν.
- Δεν νομίζετε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έπρεπε να αποσαφηνίσει την άποψή του για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα;
- Αν ο κ. Παπούλιας πάρει ευθέως θέση, θα κατηγορηθεί ότι ευνοεί είτε τη μια είτε την άλλη πλευρά. Ως έμπειρος πολιτικός, νομίζω ότι ξέρει πολύ καλά τον θεσμικό του ρόλο.
- Πολλοί, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι, αν ο κ. Παπούλιας αποφύγει να τοποθετηθεί, θα έχει επί της ουσίας υιοθετήσει την επιχειρηματολογία του ΠΑΣΟΚ, την οποία και ο ίδιος ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε «απροκάλυπτη παραβίαση του Συντάγματος και απόπειρα ευτελισμού των θεσμών».
- Να σας επισημάνω μια σημαντική απόχρωση: ο πρωθυπουργός μίλησε για «ουσιαστική» παραβίαση του Συντάγματος, όχι για ευθεία. Γνωρίζει δηλαδή ώς πού μπορεί να φθάσει. Οσο για τον κ. Παπούλια, νομίζω ότι ξέρει καλύτερα από τον καθέναν πώς να προστατεύσει τον εαυτό του.
- Μήπως, τελικά, τα κόμματα διαχρονικώς εκμεταλλεύονται στρεβλώσεις που έχουν δημιουργηθεί μετά την αφαίρεση κάθε ουσιαστικής αρμοδιότητας που είχε μέχρι το 1986 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
- Θα συμφωνήσω απόλυτα. Με την αναθεώρηση του 1986, το πολίτευμά μας έγινε το συγκεντρωτικότερο κοινοβουλευτικό πολίτευμα της Ευρώπης. Πρόκειται για την πιο ακραία εκδοχή του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, αφού, με ένα ποσοστό 40 - 42% στις εκλογές, το κόμμα που πλειοψηφεί ελέγχει τη Βουλή, ο δε πρωθυπουργός έχει τεράστιες εξουσίες. Και τούτο, χωρίς να υπάρχουν σοβαρά θεσμικά αντίβαρα, όπως π.χ. μια δεύτερη Βουλή ή ένας μη διακοσμητικός αρχηγός του κράτους, ή και πραγματικά ανεξάρτητοι θεσμοί, όπως συνδικάτα, πανεπιστήμια και μη κυβερνητικές οργανώσεις, προς τους οποίους θα όφειλε να λογοδοτεί. Στη χώρα μας, το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι ο μόνος θεσμός που έχει αντισταθεί στην παντοδυναμία της πλειοψηφίας, και βλέπετε πόσο το πολιτικό σύστημα έχει λυσσάξει για να το αποδυναμώσει. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, υπάρχουν και άλλα θεσμικά προβλήματα, όπως η ντροπή που συνιστά το άρθρο 86 του Συντάγματος και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, η πλήρης διαστρέβλωση του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας και η ανάθεση του ελέγχου του πολιτικού χρήματος σε ένα πολιτικό όργανο, δηλαδή στους ίδιους τους ελεγχόμενους, και όχι σε ένα δικαστήριο ή μιαν ανεξάρτητη αρχή.
- Αν σας ζητούσα να επιμερίσετε τις ευθύνες στα κόμματα, ποιο φέρει τις μεγαλύτερες για τα ελλείμματα που επισημαίνετε;
- Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 ψηφίστηκε και από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι περισσότεροι δε από τους σχετικούς εκτελεστικούς νόμους ψηφίστηκαν επί κυβερνήσεως Σημίτη, με ανοχή της Νέας Δημοκρατίας. Οσο για τα μικρότερα κόμματα, περιορίζονται συνήθως σε έναν καταγγελτικό λόγο, αρνούμενα να υποβάλουν συγκεκριμένες προτάσεις. Οι ευθύνες, λοιπόν, κατανέμονται σε όλο το πολιτικό φάσμα, όσο και αν βαρύνουν κάποιους λιγότερο και κάποιους περισσότερο. Αν οι πολιτικοί μας δεν τις αναλάβουν και αν εμείς, οι πνευματικοί άνθρωποι, εξακολουθήσουμε να ποιούμε τη νήσσαν, τότε πολύ φοβούμαι ότι σε λίγους μήνες θα ζήσουμε ξανά έναν καινούργιο Δεκέμβρη, αυτή τη φορά όχι μόνο των δεκαεξάρηδων.
- Τα προβλήματα που επισημαίνετε θα μπορούσαν να επιλυθούν με αναθεώρηση του Συντάγματος ή είναι ζήτημα νοοτροπίας των κομμάτων και των πολιτικών;
- Ελάχιστα είναι τα προβλήματα που για τη λύση τους πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Η ποινική ευθύνη των υπουργών είναι ένα από αυτά. Το καθεστώς των πανεπιστημίων ένα δεύτερο. Προσωπικά θα προσέθετα και τη διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αντίβαρο στη φυσική τάση κάθε κυβέρνησης να κάνει κατάχρηση των εξουσιών της. Κατά τα λοιπά, θα συμφωνούσα μαζί σας ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο θεσμικό, όσο νοοτροπίας των κομμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διανύουμε την ομαλότερη περίοδο της κοινοβουλευτικής μας ιστορίας. Ωστόσο, η ποιότητα της δημοκρατίας μας είναι αυτή που πάσχει, όχι οι θεσμοί της. Γι' αυτό, όπως ήδη υπαινίχθηκα, φταίνε πρωτίστως οι άνθρωποι. Ελάχιστοι αξιόλογοι Ελληνες και Ελληνίδες αποφασίζουν να ασχοληθούν με τα κοινά. Οι περισσότεροι βρίσκουν άλλους τρόπους για να διοχετεύσουν το ταλέντο και την ενεργητικότητά τους. Θα πρέπει, επιτέλους, να διερωτηθούμε γιατί.
- Αλήθεια, αυτή η «μάχη» των συνταγματολόγων που διαπιστώνεται συχνά στην Ελλάδα, συμβαίνει και σε άλλες χώρες;
- Η κοινότητα των συνταγματολόγων είναι στη χώρα μας πολυπληθής, πολύχρωμη και ζωηρή. Η πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της. Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, οι πολιτικοί να τους αντιμετωπίζουν με δυσπιστία. Διότι, συνιστούν δυνάμει απειλή για την αυθεντία τους. Τούτο συμβαίνει σε όλες τις χώρες και δεν θα πρέπει να εκπλήσσει. Αλλού, κατά τη γνώμη μου, εντοπίζεται η ελληνική «ιδιαιτερότητα»: πρώτον, στην τάση των συνταγματολόγων να βλέπουν στο Σύνταγμα περισσότερα πράγματα απ' όσα πράγματι αυτό περιέχει. Από την άλλη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί από μας, μέσω της δημοσιότητας, υπηρετούμε και προσωπικές ατζέντες.
Η μη αξιοποίηση της δυνατότητας προσφυγής στα κάλπες, που δίνει το άρθρο 32 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει τα της εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας, θα καθιστούσε την αντιπολίτευση συνυπεύθυνη για την παραμονή στην εξουσία της χειρότερης εκλεγμένης κυβέρνησης που είχε η χώρα μετά τον πόλεμο.
Δεν είναι δυνατόν το ΠΑΣΟΚ να απεμπολήσει αυτή τη δυνατότητα όταν η καταστρατήγηση των θεμελιωδών αξιών, που ορίζουν τη δημοκρατική ταυτότητα του Συντάγματος, χαρακτηρίζει εξόφθαλμα πλέον τη διακυβέρνηση της Ν.Δ. Τη στιγμή, δηλαδή, που έχει τεθεί αντικειμενικά πλέον ένα ύψιστο θέμα πολιτικής ευθύνης της αντιπολίτευσης.
Ως εκ τούτων, η προσφυγή στο λαό έχει απόλυτη προτεραιότητα και δεν θίγει την προσωπικότητα του προέδρου, του οποίου την επανεκλογή άλλωστε δεσμεύτηκε ότι θα υποστηρίξει το ΠΑΣΟΚ, ως πλειοψηφία. Πρόκειται για «θεσμική εκτροπή» (Κασιμάτης); Καθιστά η πρόθεση αυτή το Σύνταγμα «ερμηνευτικό περίγελο» (Τσάτσος); Είναι «τα μόνα θεμιτά κριτήρια για την εκλογή προέδρου αυτά που αφορούν την προσωπικότητα και πολιτική καταλληλότητα του υποψηφίου» (Τσάτσος); Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της διάταξης;
Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 41, παρ. 1), προβλεπόταν ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν διαπίστωνε δυσαρμονία μεταξύ κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και βούλησης του εκλογικού σώματος, είχε την αρμοδιότητα να διαλύσει τη Βουλή, ώστε η κάλπη να διορθώσει αυτή την αναντιστοιχία. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα της αναθεώρησης του 1986 ήταν να καταργηθούν αυτές οι «υπερεξουσίες» και να περάσει στη Βουλή αυτή η καθοριστική αρμοδιότητα, υπό την έννοια όμως ότι η ίδια η διαδικασία της εκλογής προέδρου αναδεικνύει σε δείκτη δυσαρμονίας μεταξύ κυβερνητικής πλειοψηφίας και λαϊκής βούλησης την αδυναμία εκλογής προέδρου και προβλέπει προσφυγή στις κάλπες, ώστε να λυθεί αυτή η αντίφαση. Η αναθεώρηση, δηλαδή, ανέδειξε την αντιμετώπιση της πιθανής αναντιστοιχίας μεταξύ κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και λαού ως ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο της διαδικασίας εκλογής προέδρου.
Ακόμη και αν επικεντρώσουμε το νόημα της συγκεκριμένης διάταξης στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής συναίνεσης στο πρόσωπο του προέδρου, αφού η αναζήτηση της μέγιστης δυνατής συναίνεσης, μη επιτευχθείσα στην υπάρχουσα Βουλή, ολοκληρώνεται και επισφραγίζεται με την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, ουδόλως θίγεται το κύρος του θεσμού του ρυθμιστή του πολιτεύματος. Αντιθέτως, επιβεβαιώνεται με την ανανέωση της λαϊκής εντολής ως της τελικής και αυθεντικής νομιμοποιητικής βάσης και της εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά η αναθεώρηση ενέταξε στο σώμα του Συντάγματος μια επιπλέον θεσμική δυνατότητα πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Πλέον, δηλαδή, των ρητώς προβλεπομένων τεσσάρων λόγων, εκ των οποίων η ανανέωση της λαϊκής εντολής λόγω εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας έχει υποστεί την περισσότερο προσχηματική χρήση.
Αυτή η επιπλέον δυνατότητα λειτουργεί ως αντικειμενικό «αντίβαρο» σε μια κυβερνητική πλειοψηφία η οποία έχει χάσει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, εφόσον διαμορφώνει συνθήκες υποχρεωτικής προσαρμογής των κομμάτων στα αριθμητικά δεδομένα. Ουδείς θα διακινδύνευε προσφυγή στην εκλογική αναμέτρηση αν δεν ήταν σίγουρος ότι θα είχε την εμπιστοσύνη των εκλογέων. Αρα, οι διατάξεις του άρθρου 32, αφού προβλέπουν εκλογές, έστω και ως «έσχατο μέσο λύσης» (Τσάτσος), αναφέρονται όχι αποκλειστικά στο πρόσωπο του υποψηφίου, αλλά και στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της δημοκρατικής αρχής.
Τελικά, δεν είναι δυνατόν τη στιγμή που με το νέο ΠΔ 81/09 για τους μετανάστες εξευτελίζεται η θεμελιώδης έννοια σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (Σ. άρθρο 2 παρ. 1), τη στιγμή που η γνωμοδότηση Σανιδά ανατρέπει κάθε έννοια προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας (Σ. άρθρο 19), τη στιγμή που η κατά το δοκούν απόσυρση των βουλευτών της πλειοψηφίας και το κλείσιμο της Βουλής αναιρούν κάθε έννοια λογοδοσίας, να εγκλωβιζόμαστε σε μια συζήτηση περί «θεσμικής εκτροπής» όταν στην πράξη θίγονται πλέον τα αξιακά θεμέλια του Συντάγματος ενώπιον μιας κυβέρνησης «παραπλανηθέντων» υπουργών την οποία εγγυάται ο κ. Παυλίδης. Ας σταματήσουμε, έστω αυτή την κρίσιμη στιγμή, να προκρίνουμε τον σεβασμό των οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος, έναντι του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία νομιμοποιούν τη Δημοκρατία μας ως τέτοια.
*Ο ΔΗΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ είναι καθηγητής Πολ. Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της Ελλ. Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.
Αρθρο του εκδότη της «Ε» και της «Κ.Ε.», Θανάση Τεγόπουλου, για την ιστορία του προεδρικού θεσμού, τις αρχικές υπερεξουσίες του προέδρου, την κατάργησή τους και τη μετάλλαξη του νοήματος της διαδικασίας εκλογής που έμεινε αναλλοίωτη (διαβάστε)
Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών
Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ πρόταση γνωστού βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να μην ψηφισθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να προκληθούν εκλογές και στη συνέχεια να προταθεί η επανεκλογή του- αν αποδόθηκε σωστά ίσως και να μην είναι το άριστο δείγμα μιας coretezza costituzionale. Μάλλον τσιφτολεβέντικη πονηρία δείχνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.
Ο θόρυβος προεξαγγέλθηκε με άρθρο που έγραψε πριν από καμιά δεκαριά μέρες θαυμαστώς πως λάμψας παλαιός συνταγματολόγος του οποίου τα έργα, εξίτηλα πάντα ταχύ έγιναν, ταχύ δε και παντελής λήθη κατέχωσεν . Σε αυτό αποφάνθηκε ότι αν ένα κόμμα δηλώσει ότι δεν ψηφίζει κανέναν υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου να οδηγηθεί η χώρα υποχρεωτικά σε εκλογές, προκαλεί την πρόωρη διάλυση της βουλής για λόγο που δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει το Σύνταγμα και επιπλέον σφετερίζεται την αρμοδιότητα για πρόωρη διάλυση της βουλής, ενώ δεν την έχει από το Σύνταγμα. Μην τύχει και θελήσετε δηλαδή εκλογές που προβλέπει το Σύνταγμα γιατί παρανομείτε!
Όμως οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις δεν εξαρτούν το συνταγματικό κύρος της συμμετοχής ή της μη συμμετοχής των βουλευτών στην ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τους λόγους για τους οποίους μετέχουν ή δεν μετέχουν σε αυτήν. Άλλωστε, ο αναθεωρητικός νομοθέτης είχε δύο τουλάχιστον φορές τη δυνατότητα να απεξαρτήσει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από το ενδεχόμενο εκλογών και δεν το έπραξε. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας έχει ρυθμιστεί έτσι, ώστε αν η αξιωματική αντιπολίτευση (ή και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως συνέβη με τη Νέα Δημοκρατία το 1990) δεν συμφωνήσει στο προτεινόμενο πρόσωπο, να προκαλούνται τελικά γενικές βουλευτικές εκλογές και νέα κυβέρνηση.
Εκλεπτυσμένη, στην ίδια όμως κατεύθυνση, αναπτύσσεται η γνώμη του καθηγητή Δημήτρη Τσάτσου. Δεν φαίνεται να θέτει, τουλάχιστον όχι ευθέως, θέμα παραβίασης του Συντάγματος, ρητά δε σημειώνει ότι αν δεν γίνουν όσα φρονεί κυρώσεις δεν προβλέπονται. Και αυτός όμως θεωρεί ότι τα μόνα «θεμιτά» κριτήρια της στάσης ενός κόμματος εν όψει προεδρικής εκλογής είναι εκείνα που αφορούν την προσωπικότητα και την πολιτική καταλληλότητα του προσώπου του Προέδρου. Όμως γιατί μόνον αυτά; Μάλλον χωρίς νομικό επιχείρημα, γι΄ αυτό και τα πομπώδη «εργαλείο στη διάθεση εκείνων που για λόγους ασχέτους...», «ερμηνευτικός περίγελως» κ.λπ.
Τα πράγματα είναι τελικώς απλά: νομική υποχρέωση κόμματος ή βουλευτή να μετάσχει κάπως ή αλλιώς στην ψηφοφορία ή να μη μετάσχει δεν υπάρχει. Ακόμη περισσότερο: όταν υπάρχει ρητή συνταγματική δυνατότητα προσφυγής στις εκλογές και πολιτική και κοινωνική δυναμική που τις καθιστά από αναγκαίες εφικτές, το πράγμα τελειώνει εδώ. Κατά τα λοιπά, πολυλογία που θεωρεί ότι η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία- και μάλιστα όταν αυτό ρητά προβλέπεται από το Σύνταγμαείναι δήθεν παραβίαση του Συντάγματος, έχει ξεπεραστεί ιστορικά από την εποχή του Χοϊδά, του Σγουρίτσα και του Αρναούτη...
Νομίζω πάντως ότι ο θόρυβος προέρχεται μάλλον από τα πρόσωπα που τον προκαλούν παρά από τις απόψεις τους. Στα τελευταία τριάντα τόσα πια χρόνια που παρατηρώ τα συνταγματικά τεκταινόμενα, το Σύνταγμα χρησιμοποιείται, από κάθε πλευρά, όχι ως σταθερό δημοκρατικό πλαίσιο διεξαγωγής των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων, αλλά για το αντίθετό του: ως εργαλείο για να επιβληθούν σκοπιμότητες, κομματικές, εσωκομματικές, ατομικές ή άλλες, σαν δήθεν συνταγματικές επιταγές ή απαγορεύσεις, σαν διαταγές δηλαδή που βρίσκονται έξω από τον κανόνα του δημοκρατικού παιχνιδιού. Αυτό συμβαίνει συχνά, κάποτε και διαφανώς ευθηνά, με τρόπο μάλιστα που μας θυμίζει το αποδιδόμενο στον Τζούλιο Αντρεότι, ότι η εξουσία είναι πολύ βρώμικο πράγμα όταν δεν την έχεις...
Του Άλκη Δερβιτσιώτη,
Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Θράκης
Η συζήτησηη οποία άρχισε με αφορμή τις τοποθετήσεις δύο εκ των κορυφαίων συνταγματολόγων μας έπρεπε ήδη να έχει διεξαχθεί κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, τόσο στη Ζ΄ όσο και στην Η΄ Αναθεωρητική Βουλή. Υπενθυμίζω ότι κατά τις συζητήσεις στη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή είχε προταθεί, χωρίς όμως να υιοθετηθεί και θεσπιστεί, η απάλειψη της διαδικασίας της διάλυσης της Βουλής και της διενέργειας εκλογών εάν δεν τελεσφορήσουν οι τρεις προβλεπόμενες στο άρθρο 32 του Συντάγματος ψηφοφορίες με αυξημένη πλειοψηφία των βουλευτών για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Όπως έχει η διάταξη του άρθρου 32 του Συντάγματος, η διάλυση της Βουλής προβλέπεται όταν διαπιστωθεί αδυναμία επίτευξης της αυξημένης πλειοψηφίας σε έναν υποψήφιο. Υπό την ανωτέρω εκδοχή οι εκφρασθείσες απόψεις είναι θεωρητικώς υποστηρίξιμες.
Εξίσου υποστηρίξιμο όμως είναι ότι η συνταγματική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 32 δεν παραβιάζεται τυπικά από την «πρόταση Παπανδρέου», όπως δεν παραβιάζεται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό το άρθρο 41 παράγραφος 2 του Συντάγματος που προβλέπει την κυβερνητική διάλυση του Βουλής. Από το 1977 και εντεύθεν εφαρμόζεται το άρθρο 41 παράγραφος 2 για λόγους που ενίοτε εμπίπτουν στην έννοια του «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» και ενίοτε είναι προσχηματικοί.
Του Κώστα Μποτόπουλου,
Συνταγματολόγου- μέλους Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ
Το Σύνταγμακαθορίζει και περιγράφει πολιτικούς θεσμούς, δηλαδή θεσμούς στην υπηρεσία του πολιτεύματος (και των πολιτών) αλλά στα χέρια των πολιτικών. Η συνταγματική επιστήμη παρουσιάζει τις πιθανές λύσεις εντός του πλαισίου που θέτει το Σύνταγμα, οι πολιτικές αποφάσεις τούς δίνουν περιεχόμενο. Δεν υπάρχει σύγκρουση, μόνο αναγκαία αλληλοσυμπλήρωση επιστημονικών κανόνων και πολιτικών επιλογών για τη λειτουργία των θεσμών.
Στο θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, η παγκοσμίως πρωτότυπη διάταξη του Ελληνικού Συντάγματος επιτάσσει βουλευτικές εκλογές αν δεν επιτευχθεί αριθμητική και πολιτική συναίνεση στη Βουλή. Η συναίνεση για το πρόσωπο, αλλά και η κατάφαση για την πολιτική στιγμή, επιζητούνται αλλά δεν προεξοφλούνται. Η διάλυση της Βουλής και η διενέργεια εκλογών είναι μια γνωστή εκ των προτέρων θεσμική πιθανότητα, την οποία οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται, ανάλογα με τις περιστάσεις και τον συσχετισμό δυνάμεων, να ενεργοποιήσουν ή όχι. Διάλυση της Βουλής σημαίνει άρνηση συναίνεσης με αφορμή έναν θεσμό, κάτι που ασφαλώς αποτελεί βαριά και με επιπτώσεις απόφαση σε μια Δημοκρατία, αλλά - ατυχώς ίσως- μια από τις πιθανές επιλογές στο πλαίσιο του ισχύοντος συνταγματικού κανόνα. Θυμίζω ότι κάθε φορά που πλησίαζε η προεδρική εκλογή ενεργοποιούνταν- και ευλόγως- τα σενάρια περί βουλευτικών εκλογών και επίσης ότι σήμερα δεν είναι ένα μόνο το κόμμα, αλλά σύσσωμη η αντιπολίτευση που κρίνει ότι απαιτείται επαναπροσδιορισμός της σχέσης «σύνθεση της Βουλής - λαϊκό αίσθημα».