Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανεπιστημιακό άσυλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανεπιστημιακό άσυλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η ώρα της δημοκρατικής ευθύνης για το άσυλο

Γιώργου Χ. Σωτηρέλη

καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πρόσφατη πομπώδης καταγγελία του ασύλου από τον πρωθυπουργό στη Βουλή αποτέλεσε το αποκορύφωμα μια σειράς παρόμοιων επιθέσεων, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο φαρισαϊσμός και η δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων.

Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η συζήτηση διεξάγεται σε λάθος βάση. Το άσυλο δεν είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, όπως ακούγεται συχνά. Είναι μια δημοκρατική κατάκτηση, που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου, δηλαδή τόσο με την ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία θωρακίζει, όσο και με το αυτοδιοίκητο, το οποίο εξειδικεύει. Ισχύει, δε, σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, βάσει των οποίων είτε η αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει στον χώρο του Πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών είτε η διαφύλαξη της τάξης εντός του πανεπιστημιακού χώρου ανήκει σε σώματα που βρίσκονται υπό τις διαταγές των πρυτανικών αρχών.

Η μόνη λοιπόν συζητήσιμη ιδιαιτερότητα της χώρας μας αφορά την νομοθετική του εξειδίκευση. Στο σημείο δε αυτό είναι χρήσιμος ένας παραλληλισμός. Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι απολύτως παρεμφερές με το άσυλο κατοικίας. Το πρώτο είναι θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ενώ το δεύτερο της ιδιωτικότητας. Υπό αυτή την έννοια, δεν πρόκειται απλώς για άσυλο ιδεών, όπως λέγεται συχνά, υπό το πρίσμα μιας περιοριστικής –ή και υποβολιμαίας– προσέγγισης. Το πανεπιστημιακό άσυλο προστατεύει προεχόντως ένα συγκεκριμένο χώρο, ως βιόσφαιρα συνταγματικά κατοχυρωμένων ακαδημαϊκών δικαιωμάτων (επιστήμης, έρευνας και διδασκαλίας). Όπως δε είναι αναγκαία για το άσυλο κατοικίας η νομοθετική οριοθέτησή του, εξ ίσου αναγκαία είναι και για το πανεπιστημιακό άσυλο, εν όψει μάλιστα και του ότι η ταραγμένη μετεμφυλιακή περίοδος, με αποκορύφωμα τη δικτατορία, έθεσαν με εντελώς διαφορετικούς όρους το ζήτημα στη χώρα μας.

Τι έφταιξε όμως και το άσυλο ανήχθη σε μείζον πρόβλημα, παρότι δεν έχει έως τώρα παραβιασθεί από τη δημόσια εξουσία; Η απάντηση είναι απλή: η μεγάλη παθογένεια του μεταπολιτευτικού Πανεπιστημίου, με ραγδαία επιδείνωση τελευταία, είναι η καταχρηστική αξιοποίηση του ασύλου, το οποίο εκλαμβάνεται σαν μια γκρίζα ζώνη που επιτρέπει, ερήμην των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, την επιβολή ενός καθεστώτος ανομίας, βίας και ιδεολογικής τρομοκρατίας από διάφορες ιδιωτικές εξουσίες (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών…). Η όλη συζήτηση, επομένως, δεν αφορά το άσυλο καθεαυτό αλλά την προσχηματική επίκλησή του, που καταστρατηγεί έναν βασικό κανόνα της Δημοκρατίας: ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Φθάνουμε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα: Θα ήταν λύση η κατάργηση του ασύλου ;

Θεωρώ ότι αυτή η πρόταση είναι πολλαπλά προβληματική. Πρώτον, διότι θυμίζει το γνωστό: «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι». Δεύτερον, διότι ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και σε χώρους που δεν προστατεύονται από το άσυλο (όπως ιδίως συνέβη με τα «δεκεμβριανά»…). Τρίτον δε, και σπουδαιότερον, διότι η κατάργηση του ασύλου είναι μια εύκολη υπεκφυγή. Ειδικότερα:

Η σημερινή νομοθεσία για το άσυλο επιτρέπει την άρση του είτε μετά από άδεια του πρυτανικού συμβουλίου (κατά πλειοψηφία πλέον), είτε με απόφαση του εισαγγελέα, αν διαπράττεται αυτόφωρο κακούργημα ή αυτόφωρο έγκλημα κατά της ζωής. Στο σημείο αυτό λοιπόν εντοπίζεται ένα μείζον έλλειμμα δημοκρατικής ευθύνης, που αποτελεί και την ρίζα του προβλήματος.

Πρόκειται, πρώτον, για έλλειμμα της πολιτείας, που παραλύει συνήθως μπροστά στον φόβο του πολιτικού κόστους και αρνείται κάθε ανάμειξη, αφήνοντας το Πανεπιστήμιο στο έλεος της ανομίας ακόμη και όταν είναι προφανές ότι συντελούνται τα αδικήματα που προβλέπει ο νόμος.

Πρόκειται όμως, παράλληλα, και για έλλειμμα της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, που υπονομεύει εκ βάθρων τη δημοκρατική νομιμότητα. Εδώ βεβαίως δεν πρόκειται μόνον για ζήτημα πολιτικού κόστους. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένα ιδιότυπο πελατειακό σύστημα, που συνδυάζει με τον χειρότερο τρόπο τις γενικότερες σχέσεις πατρωνείας με ορισμένες ιδιότυπες σχέσεις πανεπιστημιακής συναλλαγής, οι οποίες αποτελούν το καρκίνωμα της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Είναι μια κατάσταση πολύ χειρότερη από την παραδοσιακή κομματικοποίηση. Όχι μόνον διότι συνήθως απουσιάζει κάθε σχετικός ιδεολογικοπολιτικός προβληματισμός αλλά ιδίως διότι τα κόμματα έχουν υποκατασταθεί από ποικίλα κέντρα επιρροής, που στην πλειονότητά τους υπηρετούν αδιαφανείς και ιδιοτελείς επιδιώξεις.

Έφταιξε βέβαια και η νομοθεσία για την έμμεση συμμετοχή των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές, διότι επέτρεψε στις φοιτητικές παρατάξεις, προϊούσας και της αποπολιτικοποίησης, να καταστούν ιδιότυποι πολιτικοί διαμεσολαβητές, ερήμην αρχών και αξιών, συχνά δε με νοοτροπία πολιτικού κοτζαμπασισμού.

Ωστόσο, με την πρόσφατη καθιέρωση της άμεσης ψηφοφορίας δεν απέμεινε πλέον κανένα άλλοθι, προκειμένου να δοθούν πρόσφορες πολιτικές απαντήσεις. Κυβέρνηση, κόμματα και φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας οφείλουν να εγκύψουν με σοβαρότητα στο πρόβλημα –χωρίς μικροκομματικές ή συντεχνιακές εξάρσεις– και να συμφωνήσουν σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αντιμετώπισής του, που θα υπακούει σε τρεις απαρέγκλιτες αρχές:

Πρώτον, την πλήρη προστασία του ασύλου, ως θεσμικής εγγύησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας
Δεύτερον, την χωρική οριοθέτησή του, ώστε να καλύπτει, όπως και το άσυλο κατοικίας, μόνο τον «περίκλειστο» χώρο των ΑΕΙ (δηλαδή κτίρια και περίβολο).
Τρίτον, την αυστηρή τυποποίηση των περιπτώσεων που δεν καλύπτονται από το άσυλο, με ιδιαίτερη έμφαση στους βανδαλισμούς και στις καταπατήσεις των δικαιωμάτων που εξειδικεύουν την ακαδημαϊκή ελευθερία. Κάθε παραβίαση θα διαπιστώνεται απλώς από το πρυτανικό συμβούλιο –ενδεχομένως μετά από αιτιολογημένη εισήγηση αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού– και θα συνεπάγεται, αυτόματα, άρση του ασύλου, από ειδικά εκπαιδευμένη αστυνομική δύναμη.

Είναι προφανές, εν όψει των ανωτέρω, ότι το άσυλο δεν είναι μόνο ζήτημα του Πανεπιστημίου. Είναι ζήτημα Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία όμως προϋποθέτει δημοκρατική ευθύνη. Διαφορετικά δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει ούτε τις σειρήνες του αυταρχισμού αλλά ούτε και τις λαϊκιστικές παρεκτροπές της…
Ποιο Πανεπιστημιακό Άσυλο;

του Γεράσιμου Θεοδόση*

Α) Στους διαλόγους/συζητήσεις που δημοσιεύτηκαν τελευταία σε εφημερίδες και περιοδικά για το πανεπιστημιακό/ ακαδημαϊκό άσυλο έγκριτος πανεπιστημιακός καθηγητής (όχι νομικός) αρχίζει τη συμβολή του στο θέμα ως εξής: «Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Πανεπιστημιακό Άσυλο θεσμοθετήθηκε προκειμένου…».
Στους νομικούς κύκλους είναι βέβαια γνωστό ότι το ελληνικό Σύνταγμα όχι μόνο δε θεσμοθετεί και δεν κατοχυρώνει το πανεπιστημιακό/ ακαδημαϊκό άσυλο, αλλά και δεν κάνει μνεία σε αυτό. Επομένως επαφίεται καταρχήν στη δικαιοδοσία του κοινού νομοθέτη να το ορίσει και να το προσδιορίσει.
[διαβάστε ολόκληρο το άρθρο]

* Ο Γεράσιμος Θεοδόσης, διδάκτορας του Πανεπιστήμιου της Χαϊδελβέργης, είναι δικηγόρος και συγγραφέας. Το άρθρο είναι υπό δημοσίευση στο περιοδικό «Δικαιόραμα».
ΣΤΟΧΟΣ ΟΙ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Του Στέφ. Ματθία,
επίτ. Προέδρου του Αρείου Πάγου

Ι. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι όσα συμβαίνουν στους χώρους των πανεπιστημίων οφείλονται στο άβατο του πανεπιστημιακού ασύλου. Οφείλονται στις καταλήψεις. Η διάκριση μεταξύ ασύλου και κατάληψης είναι σαφής. Το πρώτο αποτελεί μια σταθερή εγγύηση ελεύθερης διδασκαλίας και ακώλυτης διακίνησης ιδεών. Η δεύτερη συνιστά δυναμική κατάργηση του πρώτου, με την οποία αυτό μετατρέπεται σε άντρο καταστροφών, λεηλασιών και εξεγέρσεων...
Επομένως με την κατάληψη, όσο αυτή διαρκεί, παύει να υπάρχει άσυλο. Το γεγονός ότι για την απομάκρυνση των καταληψιών θα απαιτηθεί αστυνομική επέμβαση μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο δεν ενέχει παραβίαση του ασύλου αφού αυτό έχει ήδη στην πράξη καταλυθεί και η απομάκρυνση των καταληψιών αποσκοπεί ακριβώς στην αποκατάστασή του.

ΙΙ. Αν και οι καταλήψεις είναι αναμφισβήτητα αυθαίρετες και παράνομες, γίνονται μοιρολατρικά ανεκτές επειδή έχει επικρατήσει η εσφαλμένη άποψη ότι η εκδίωξη των καταληψιών θα ενείχε επέμβαση στο άσυλο. Επιβάλλεται λοιπόν να ξεκαθαριστεί το ζήτημα νομοθετικά : να χαρακτηριστούν με νόμο οι καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων αυτόφωρο έγκλημα, διωκόμενο και τιμωρούμενο αυτεπαγγέλτως. Παράλληλα να ληφθούν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα, ώστε οι καταλήψεις να εμποδίζονται. Για το σκοπό αυτό να κατασκευαστούν στις πύλες εισόδου περιστρεφόμενες θύρες και να γίνεται έλεγχος από σώμα πανεπιστημιακών φυλάκων, επικουρούμενων εκτάκτως, αν και εφόσον υπάρξει ανάγκη, από αστυνομική δύναμη. Αυτοί δεν θα επιτρέπουν την είσοδο σε άσχετους παρείσακτους, παρά μόνο αν διαθέτουν άδεια ή αιτιολογούν την ανάγκη εισόδου των. Μόνο με κάποιο, ανεκτικό έστω, φιλτράρισμα των εισερχομένων μπορεί να γίνεται λόγος για άσυλο. Όταν μπαινοβγαίνουν ανεξέλεγκτα οι πάντες, ο χώρος παύει να είναι «πανεπιστημιακός» και μετατρέπεται σε «απερίφρακτο αμπέλι» που υπόκειται ανά πάσα στιγμή σε κατάληψη. Πρέπει επιπλέον να ληφθεί μέριμνα ώστε στους πανεπιστημιακούς χώρους να υπάρχουν φύλακες που θα προστατεύουν το άσυλο. Αν παρά ταύτα γίνει κατάληψη, οι καταληψίες, φοιτητές και μη, πρέπει να απομακρύνονται με άμεση εισαγγελική εντολή και αστυνομική επέμβαση. Αυτή θα γίνεται χωρίς ανάμιξη του πρυτανικού Συμβουλίου. Διότι η διαφύλαξη της έννομης τάξης είναι ευθύνη της πολιτείας, όχι των πρυτάνεων. Με την επέμβαση θα αποκαθιστάται το άσυλο. Και υπό την εκδοχή όμως ότι η είσοδος της αστυνομικής δύναμης θα παραβίαζε τυπικά το άσυλο, η προτεινόμενη ρύθμιση επιβάλλεται για τη διάσωση των πανεπιστημίων. Μπορεί δε να γίνει με απλό νόμο, δεδομένου ότι το άσυλο έχει επίσης θεσπιστεί με κοινό νόμο και δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση. Ένας τέτοιος νόμος επιτάσσεται μάλιστα από το Σύνταγμα, αφού αυτό εγγυάται την «ακαδημαϊκή ελευθερία» που είναι βέβαια ασυμβίβαστη με κάθε κατάληψη.

ΙΙΙ. Πιστεύω ότι η ψήφιση από τη Βουλή της κατάλληλης διάταξης δεν θα συναντήσει σοβαρές αντιρρήσεις αφού δεν θα θίγει αλλ’ αντιθέτως θα υπηρετεί το άσυλο. Ας σημειωθεί ότι η μετατόπιση του νομοθετικού στόχου (από την κατάργηση του ασύλου στην απαγόρευση των καταλήψεων) παρέχει την ευκαιρία γενικής απαγόρευσης κάθε «κατάληψης», όχι μόνο των χώρων των ΑΕΙ (στους οποίους αποκλειστικά το άσυλο ισχύει) αλλά και άλλων κρατικών και κοινόχρηστων χώρων: σχολείων, δημόσιων υπηρεσιών, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, τραπεζών, κοινωφελών οργανισμών και επιχειρήσεων, ακόμη και αιθουσών δημοσίων θεαμάτων. Δεδομένου ότι όλοι αυτοί οι χώροι είναι είτε κρατικοί είτε ελεύθερα προσβάσιμοι από όλους, η προστασία τους από αυθαίρετες καταλήψεις ανάγεται στη δημόσια τάξη. Συνιστά επομένως υποχρέωση των πολιτειακών οργάνων, χωρίς ανάμιξη των διευθυντών σχολείων, των δημάρχων, κοινοταρχών, προϊσταμένων των υπηρεσιών, των ΝΠΔΔ κ.λπ. Έτσι η μάστιγα των «καταλήψεων» θα εκλείψει.

ΙV. Η προτεινόμενη διάταξη νόμου, που θα ανακουφίσει τη μεγάλη πλειονότητα των νέων και τους πολίτες, πρέπει να προβλέπει : α) απαγόρευση στους ανωτέρω χώρους κάθε κατάληψης ή παρεμπόδισης της χρησης τους, β) τη αποτροπή και απόκρουση κάθε απόπειρας κατάληψης και την άμεση απομάκρυνση, με εισαγγελική εντολή, των καταληψιών, από την αστυνομική δύναμη και γ) ως ποινική κύρωση κατά του κάθε παραβάτη (καταληψία) ποινή φυλάκισης, που θα επιβάλλεται κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου, και η οποία δεν θα μετατρέπεται σε χρηματική ούτε θα υπόκειται σε αναστολή λόγω άσκησης έφεσης, θα διπλασιάζεται δε αν κατά τη διάρκεια της κατάληψης έχουν διαπραχθεί φθορές ξένης ιδιοκτησίας, ληστείες, κλοπές, σωματικές βλάβες, εμπρησμοί, εκρήξεις ή παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και περί ναρκωτικών. Μπορεί επιπλέον να προβλεφθεί, ως παρεπόμενη ποινή, η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των πρωταιτίων.
Με τα μέτρα αυτά η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες θα αναπνεύσει, το αίσθημα της ασφάλειας θα εμπεδωθεί, ο τουρισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση της αγοράς θα ομαλοποιηθούν.
Το πανεπιστημιακό άσυλο και ο νομοθέτης:
μια σχέση μαγική που τείνει να γίνει θυελλώδης
Ιφιγένεια Καμτσίδου

Μπορεί ο νομοθέτης να ρυθμίσει, να περιορίσει ή να καταργήσει το πανεπιστημιακό άσυλο; Η νομοθετική παρέμβαση στο ζήτημα του ασύλου αποτελεί αναγκαία ή έστω χρήσιμη απάντηση στις δυσλειτουργίες της ανώτατης εκπαίδευσης και στα φαινόμενα βίας που διαβρώνουν, αυτά και η μιντιακή πρόσληψη και αναπαραγωγή τους, τον υπό αποσάθρωση ιστό της ελληνικής κοινωνίας και απαξιώνουν ακόμη περισσότερο το πολιτικό σύστημα; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στα δυο ερωτήματα ή καθένα μπορεί να απαντηθεί ξεχωριστά;
Οι απόψεις που διατυπώθηκαν ήδη από τους παρεμβαίνοντες δεν αμφισβητούν την συνταγματική διάσταση της προστασίας του πανεπιστημιακού ασύλου, συγκλίνοντας μάλιστα στην κατάφαση της ύπαρξης σχετικού συνταγματικού εθίμου, ήδη από τον 19ο αιώνα. Διαφωνία δεν υπάρχει ούτε για το περιεχόμενο του εθίμου αυτού, δηλαδή την απαγόρευση επέμβασης της αστυνομίας στις αίθουσες διδασκαλίας, στα αμφιθέατρα και εργαστήρια, αλλά και στους ανοιχτούς πανεπιστημιακούς χώρους. Η βασική αυτή παραδοχή αποκρούει την πρόταση για νομοθετική κατάργηση του ασύλου, μεταθέτει όμως την αντιπαράθεση στο πρόβλημα της ευχέρειας του νομοθέτη να «διεισδύει» αυτός στο άσυλο και με τον τρόπο αυτό να κάμπτει την παρεχόμενη συνταγματική προστασία, να απομαγεύει το περιεχόμενο της και να συμβάλλει στον ευτελισμό μιας ρομαντικής κατάκτησης που για πολλές δεκαετίες «στεγάζει» την ακαδημαϊκή ελευθερία, ελευθερία ευγενή και ανεπιφύλακτη.
Το ερώτημα αν στα «φυσικά» δικαιώματα του ανθρώπου εντάσσεται η ελευθερία της επιστήμης και της διδασκαλίας σε πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν τέθηκε με παρόμοιο τρόπο σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, οι απαντήσεις που δόθηκαν συμβάλλουν στην κατανόηση του συνταγματικού status του πανεπιστημιακού ασύλου και στην οριοθέτηση των σχέσεων του με τον κοινό νομοθέτη. Εντελώς συνοπτικά υπενθυμίζεται, ότι στην αυτοκρατορική Πρωσία, η οποία οικοδομήθηκε ως κρατική οντότητα και οικοδόμησε την πολιτική της κοινότητα πάνω στο διπλό θεμέλιο της υποχρεωτικής στράτευσης και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, το πανεπιστήμιο οργανώθηκε ως κρατική υπηρεσία, η δραστηριότητα της οποίας ταυτίστηκε με την επιστημονική έρευνα και διδασκαλία. Τούτο δεν σήμανε την υποταγή της ερευνητικής ή διδακτικής διαδικασίας σε κυβερνητικές επιλογές ή κελεύσματα. Αντίθετα, η οραματική σκέψη των εκπροσώπων του γερμανικού ιδεαλισμού διατύπωσε όχι μόνον μια φιλελεύθερη πρόσληψη της επιστήμης και των φορέων της, αλλά και μια συνολική πρόταση για το πανεπιστήμιο ως δημόσιο πεδίο στο οποίο θα γίνεται πράξη η ανάπτυξη της έρευνας και η κριτική εκπαίδευση των νέων επιστημόνων. Η προσέγγιση αυτή, ήδη κατά τον μεσοπόλεμο, εξελίχθηκε στην ενδιαφέρουσα σύλληψη της ακαδημαϊκής ελευθερίας ως θεσμικής εγγύησης, δηλαδή ως συνταγματικού δικαιώματος που δεν εξαντλείται απλώς στη διαμόρφωση μιας πτυχής του status negativus των προσώπων, αλλά επιβάλλει στη συνταγματική πολιτεία την υποχρέωση να προβλέπει τους όρους και τις διαδικασίες ανάπτυξης του πανεπιστήμιου, να λαμβάνει δηλαδή μέτρα για την δημοκρατική οργάνωση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και την αυτόνομη λειτουργία τους, χωρίς εξαρτήσεις από την κυβέρνηση ή την αγορά. Στην Γαλλία, η δημοκρατική παράδοση συνάρθρωσε την ακαδημαϊκή ελευθερία με την αρμοδιότητα του νομοθέτη να πλαισιώνει και να ρυθμίζει τις πανεπιστημιακές διαδικασίες. Έτσι, στη γαλλική συνταγματική παράδοση δεν αμφισβητείται ότι όταν ασκούνται στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα «από την φύση τους η έρευνα και η διδασκαλία όχι μόνο επιτρέπουν, αλλά απαιτούν προς το συμφέρον της ίδιας της υπηρεσίας, η ελευθερία της έκφρασης και η ανεξαρτησία του προσωπικού να ρυθμίζονται εγγυητικά από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις»[1].
Συνομιλώντας ουσιαστικά με τις ευρωπαϊκές ομολόγους τους η ελληνική συνταγματική θεωρία και πράξη υπερέβησαν την ατομικιστική αντίληψη της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ανέπτυξαν μια ενδιαφέρουσα αντίληψη για το δημοκρατικά οργανωμένο πανεπιστήμιο ως αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας. Παρ΄ότι η κατηγοριοποίηση των συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων αποδεικνύεται συχνά σχετική ή αναποτελεσματική, η ένταξη της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην κατηγορία των θεσμικών εγγυήσεων υπήρξε ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς συνυφαίνεται με την αναγνώριση μιας διπλής δέσμευσης που η παραπάνω φύση της ελευθερίας επιβάλλει στο κράτος: η πολιτεία οφείλει αφενός να απέχει από κάθε ακαδημαϊκή δραστηριότητα, ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες για την ελεύθερη προαγωγή της έρευνας και για την κριτική μετάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Αφετέρου, είναι υποχρεωμένη να ιδρύει την δομή –οργανωτική και διαδικαστική- που θα εξασφαλίζει την εκπλήρωση της αποστολής των πανεπιστημίων και να την υποστηρίζει με όλα τα αναγκαία μέσα[2]. Η υποχρέωση αυτή αποχής ενσωματώνει το πανεπιστημιακό άσυλο που διαθέτει συνταγματική διάσταση ως στοιχείο της ακαδημαϊκής ελευθερίας και προστατεύει την ακαδημαϊκή κοινότητα όχι μόνον από την παρέμβαση της αστυνομικής δύναμης, αλλά από καθεμιά παρέμβαση δημόσιας ή ιδιωτικής εξουσίας στις ακαδημαϊκές διαδικασίες όπου και αν αυτές αναπτύσσονται (π.χ. παρακολούθηση εκπαιδευτικών ή ερευνητικών δραστηριοτήτων με τεχνολογικά μέσα). Με άλλα λόγια, το πανεπιστημιακό άσυλο δεν αποτελεί έναν «αντικειμενικό κανόνα» που εξαιρεί τους πανεπιστημιακούς χώρους από την έννομη τάξη, αλλά στοιχείο μιας ελευθερίας, η οποία θέτει στο επίκεντρο της προστασίας της το αντικείμενο επιστήμη που για να υπάρξει ως διαδικασία, εντάσσεται οργανωτικά στο αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο[3], μιας ελευθερίας που τελεί υπό την εγγυητική επιφύλαξη υπέρ του νόμου.
Τα παραπάνω προσδιορίζουν τα όρια του νομοθέτη σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση του πανεπιστημιακού ασύλου: η νομοθετούσα πολιτεία, με τους κανόνες που υιοθετεί, οφείλει να σταθμίζει την απόλαυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας με αυτή των δικαιωμάτων και ελευθεριών των υπόλοιπων μελών του κοινωνικού συνόλου, καθώς και να ρυθμίζει εγγυητικά την ανάπτυξη του ασύλου ως πτυχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Τούτο επιχείρησε ο νομοθέτης το 1982, υιοθετώντας ρυθμίσεις που επικρίθηκαν ως δύσκαμπτες και μη λειτουργικές και στις οποίες αποδίδονται η απαξίωση του πανεπιστημίου και η αδυναμία περιστολής της παραβατικότητας στο κέντρο των μεγάλων πόλεων. Λησμονείται όμως ότι χωρίς τις ρυθμίσεις αυτές, η στάθμιση των ελευθεριών θα πραγματοποιούνταν από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας ή –στην καλύτερη περίπτωση- από εισαγγελικούς λειτουργούς που θα καλούνταν να κρίνουν εκ των ενόντων ποιο έννομο αγαθό αξίζει να προστατευτεί και με ποιο μέσο, χωρίς ένα γνώμονα γενικότερης αποδοχής που να οριοθετεί τη στάση τους. Η ύπαρξη του νομοθετικού πλαισίου για το άσυλο δεν ήρθε να εξαρτήσει την απόλαυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας από τις σχετικές κανονιστικές πράξεις ούτε βέβαια μπορεί ο νομοθέτης στο μέλλον να επιβάλλει τέτοιου είδους δεσμεύσεις στους φορείς της. Ακόμη περισσότερο, η εκνόμευση της παραπάνω πτυχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν συνέβαλλε στην καταχρηστική άσκηση της τελευταίας από ορισμένους φορείς της ή άτομα που δεν έχουν σχέση με την ακαδημαϊκή κοινότητα, ώστε να ζητείται η κατάργηση της. Όπως η αναγνώριση του οικιακού ασύλου ως πτυχής του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή -το οποίο μάλιστα δεν ρυθμίζεται από κανένα κανόνα δικαίου- είναι δύσκολο να αναγνωριστεί ως αίτιο της έντασης των κλοπών, των ληστειών ή της κακομεταχείρισης των γυναικών από τους συντρόφους τους, έτσι είναι άτοπο να αποδίδονται στο πανεπιστημιακό άσυλο οι δυσλειτουργίες των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Παρ΄ότι, λοιπόν, η πρόσφατη νομοθετική μεταρρύθμιση (ν. 3549/2007) έχει εγείρει κάποια σοβαρά ερωτήματα συνταγματικότητας σχετικά με την αντιμετώπιση του ασύλου, η απόλαυση αυτής της πτυχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας δε φαίνεται να μπορεί να ξεπεράσει την παλιά σχέση της με τον νομοθέτη: πρώτον επειδή αυτός ως εγγυητής του συστήματος των ελευθεριών καλείται να σταθμίσει την ισορροπημένη ανάπτυξη της με άλλα θεμελιώδη συνταγματικά αγαθά (ζωή, σωματική ελευθερία, γενετήσια ελευθερία των προσώπων) και δεύτερο επειδή η παρέμβαση του είναι αναγκαία για την ίδρυση και λειτουργία της δομής που υποδέχεται την ενάσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Και σε ό,τι αφορά το πανεπιστημιακό άσυλο, η απόλαυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας συναρτάται με την συμμετοχή όλων των ομάδων της πανεπιστημιακής κοινότητας στις διαδικασίες που εξασφαλίζουν την πραγμάτωση της

[1] Έτσι η 83-165 DC της 20/1/1984, που χαρακτηρίζεται ως Grande décision, δηλαδή απόφαση που εξαγγέλλει θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα. Η παραπάνω διατύπωση συναντάται πανομοιότυπα σε σειρά επόμενων αποφάσεων, όπως π.χ. στην 93-322 DC της 28/7/1993, η οποία εξέτασε την αντισυνταγματικότητα του νόμου σε σχέση με την μεταχείριση που ο νομοθέτης επιφύλασσε στην ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας των διδασκόντων στην ανώτατη εκπαίδευση. (το κείμενο των αποφάσεων στον δικτυακό τόπο του Conseil Constitutionnel, www.conseil-constitutionnel.fr/)
[2] βλ. Α.Μάνεση, ό.π., σ. 677 επ., Ι.Καμτσίδου, Η επιφύλαξη, σ. 223 επ. και την εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και την ΣτΕ 4009/2000 που φαίνεται να θεμελιώνει αξίωση των μελών ΔΕΠ προς το κράτος να διασφαλίζει στους πανεπιστημιακούς δασκάλους τις κατάλληλες συνθήκες για να ασκούν το λειτούργημα τους
[3] βλ. Α.Μάνεση, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, σ. 674 επ. (676), Δ.Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο Γ’, Θεμελιώδη δικαιώματα, Αθήνα- Κομοτηνή 1988, σ. 171, Π. Μαντζούφα, ό.π., σ. 351 επ., Ι.Καμτσίδου, Η επιφύλαξη, ό.π., σ. 155 επ.
Τελεί το πανεπιστημιακό άσυλο υπό την επιφύλαξη του νόμου;
Αντώνη Μανιτάκη
Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί έναν άγραφο συνταγματικό κανόνα που μετατράπηκε, μετά την παρέμβαση του νομοθέτη του 1982, σε «θεσμική εγγύηση» της ακαδημαϊκής ελευθερίας, για χάρη της οποίας υπάρχει. Στηρίζει την αυτοδιοίκηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και στηρίζεται από αυτήν. Τώρα άγραφος συνταγματικός κανόνας και θεσμική εγγύηση δύσκολα συμβιβάζονται, καθώς και η ταυτόχρονη αντιμετώπιση του πανεπιστημιακού ασύλου ως εθίμου και ως θεσμικής εγγύησης. Θα πρέπει να διαλέξουμε, διότι και τα δύο μαζί δεν γίνεται (όπως κάνει ο Γιώργος Κατρούγκαλος). Αλλά το ίδιο ισχύει και για τον άγραφο συνταγματικό κανόνα, που αφορά τις πρακτικές (αποχής) της κρατικής εξουσίας και ειδικά της αστυνομίας, και τη νομοθετική ρύθμιση ή εγγύηση του ασύλου. Πιστεύω πως δεν συμβιβάζεται η λογική του ασύλου με τη λογική του νόμου, θα έλεγα μάλιστα νόμου. Θα έλεγα μάλιστα το πανεπιστημιακό άσυλο είναι όπως το απόρρητο των επιστολών και η ιδιωτική ζωή, δηλαδή η συνταγματική του κατοχύρωση είναι απόλυτη και η προστασία τους ‘απαραβίαστη’ και άρα μένει αρρύθμιστη. Η νομοθετική εξουσία μόνον προσβολές και περιορισμούς μπορεί να φέρει στο άσυλο. Τι καλό και τι παραπάνω μπορεί να προσφέρει ο νόμος –όσο καλός και αν είναι- (ακόμη και αν τον κατασκευάσει ο Αλαβάνος με τα χεράκια του! Ή ο ίδιος ο Κατρούγκαλος), μάλλον θα συρρικνώνει, θα αφυδατώνει με τις διαδικασίες, τους όρους και τις επιτροπές που θα δημιουργεί το περιεχόμενο του πανεπιστημιακού ασύλου. Η νομοθετική ρύθμιση του ασύλου, το 1982 δεν το εγγυήθηκε, πάντως. Το περιόρισε, το απομάγευσε, το ‘από-ιεροποίησε’ και το έκανε βορά των ΜΜΕ και της εικόνας, αντικείμενο κομματικών αντιπαραθέσεω και το κυριότερο…..άλλοθι της αστυνομίας και των εισαγγελικών αρχών και δικαιολογία να μην παρεμβαίνουν, ακόμη και όταν διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα. Πώς να δεί κανείς το νόημα σήμερα το ασύλου, έξω και ανεξάρτητα από τις συγκρούσεις και τις αντιπαραθέσεις που γίνονται στο όνομά του και για χατήρι του….. Και ο Γιώργος Κ, γράφει ….αγνοώντας όλα όσα γίνονται, σαν αυτούς τους νομικούς και συνταγματολόγους, που ενώ ισχυρίζονται ότι τα πάντα είναι πολιτική και ότι όταν ερμηνεύουμε έναν κανόνα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας την εφαρμογή του, αυτοί ερμηνεύουν τον νόμο ως κείμενο αφηρημένου νοήματος. Η εκνόμευση του ασύλου χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται για να απαξιώνεται το άσυλο. Τι νόημα έχει η νομοθετική του κατοχύρωση και η ρύθμισή του, όταν οι πρακτικές που αναπτύσσονται στο πανεπιστήμιο όχι μόνον δεν συμβάλλουν στην προστασία του ασύλου αλλά και συντείνουν στην αδιαφορία των πανεπιστημιακών και στην αδράνεια επειδή αυτή η στάση τους βολεύει. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα στους πανεπιστημιακούς δασκάλους, διότι αυτούς αφορά κατά πρώτο λόγο το άσυλο –μαζί με τους φοιτητές- είναι ποια στάση του και ποια θέση τους εναρμονίζεται με την καλλίτερη προστασία του ασύλου; Η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει κατά πρώτο λόγο την ευθύνη της προστασίας του ασύλου και όχι η εκάστοτε κυβέρνηση ή τα κόμματα. Τα τελευταία το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι οι εκλογές και η δύναμή τους.
Ακολουθεί εισήγηση που έκανα στην Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πολύ πριν τα Δεκεμβριανά 2008.
«Στρέφεται, πρώτα και κύρια, κατά τις κρατικής εξουσίας και αποκλείει κυρίως τις αυθαίρετες –χωρίς άδεια- παρεμβάσεις ή εισβολές των αστυνομικών αρχών στους πανεπιστημιακούς χώρους. Αντιμάχεται όμως και κάθε είδους αστυνόμευση και κάθε απόπειρα φίμωσης, ελέγχου, εξαγοράς ή χειραγώγησης της διδασκαλίας και της ελεύθερης έρευνας και διάδοσης των ιδεών. Προστατεύεται έναντι πάντων, τόσο έναντι κρατικής εξουσίας όσο και έναντι των ιδιωτών ή τρίτων, (ατόμων, ομάδων, επιχειρήσεων). Την εγγύηση του πανεπιστημιακού ασύλου την απολαμβάνουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα αλλά και κάθε οργανωμένη μονάδα ανώτατης παιδείας, -πανεπιστημιακή ή τεχνολογική (ΑΕΙ και ΤΕΙ)-, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που έχει, που μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Η ανεξαρτησία της γνώμης των πανεπιστημιακών δασκάλων αλλά και της ελεύθερης έρευνας και διακίνησης κάθε είδους ιδεών των σπουδαστών και των ερευνητών είναι απόλυτη και δεν μπορεί να εξαρτάται από νόμους, υπουργικές αποφάσεις, εγκρίσεις ή άδειες ούτε να εκβιάζεται ή να χειραγωγείται από ιδιωτικά κέντρα εξουσίας και χορηγούς.
Δικαιούνται να απολαμβάνουν της προστασίας του πανεπιστημιακού ασύλου όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, ατομικά και συλλογικά, ως άτομα και ως αρχές. Φορείς άρα του πανεπιστημιακού ασύλου είναι οι φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όσοι συμμετέχουν στη διδασκαλία, έρευνα και στη διάδοση των γνώσεων, διδάσκοντες και διδασκόμενοι. Τη φροντίδα και την ευθύνη της ειρηνικής και ελεύθερης απόλαυσης των αγαθών του πανεπιστημιακού ασύλου καθώς και της αποτελεσματικής προστασίας του την έχουν κατά πρώτο και κύριο λόγο οι πανεπιστημιακές αρχές. Η ίδια η αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων συνεπάγεται και συνεπιφέρει την ανάθεση στις πανεπιστημιακές αρχές της αρμοδιότητας φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων και ασφαλούς και ειρηνικής απόλαυσης των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Την ευθύνη όμως της προστασίας των χώρων αυτών από κάθε είδους καταστροφές ή αναίτιες φθορές την επωμίζονται, ατομικά και συλλογικά, και όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας και κάθε οργανωμένος φορέας των σπουδαστών ή των καθηγητών, όπως είναι οι φοιτητικοί σύλλογοι, οι συνδικαλιστικές, οι πολιτικές ή πολιτιστικές οργανώσεις τους.
Οι χώροι που καλύπτονται από το πανεπιστημιακό άσυλο είναι οι φυσικοί χώροι, οι εν γένει εγκαταστάσεις και χώροι εικονικοί (ηλεκτρονικοί ή του κυβερνοχώρου), κύριοι και βοηθητικοί, όπως είναι τα αμφιθέατρα, οι χώροι τέχνης, ψυχαγωγίας, εστίασης ή σίτισης και βέβαια και οι ανοικτοί χώροι, πλατείες, προαύλιο ή τα προπύλαια, όπου συντελούνται η διδασκαλία, η έρευνα και η διακίνηση των ιδεών καθώς και η ψυχαγωγία.
Είναι προφανές εξάλλου ότι το πανεπιστημιακό άσυλο δεν μπορεί να αποτελεί το πρόσχημα για τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ούτε η επίκλησή του μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο άρσης του αδίκου. Το άσυλο δεν παρέχει ποινική ή αστική ασυλία σε όσους, πανεπιστημιακούς ή τρίτους, καταστρέφουν δημόσια αγαθά και προβαίνουν αναίτια και αδικαιολόγητα σε βιαιοπραγίες ή σε ποινικά αδικήματα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η διάπραξη αυτόφωρων κακουργημάτων καθώς και η διακινδύνευση της ζωής επιτρέπουν και δικαιολογούν την χωρίς άδεια είσοδο αστυνομικών δυνάμεων στους πανεπιστημιακούς χώρους, μετά από παραγγελία των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, για την προστασία της ζωής και άλλων σημαντικών εννόμων αγαθών που κινδυνεύουν άμεσα.
Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ένα δικαίωμα ιερό, με ιστορία αιώνων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, και το δυσφημίζουν ή συμβάλλουν στον εκφυλισμό τους όσοι ανεύθυνα και επιπόλαια το μετατρέπουν ή αφήνουν να μετατραπεί ή καλύπτουν ιδεολογικά την μετατροπή του από άσυλο των ιδεών σε άσυλο βιαιοπραγιών και καταστροφών.
Ο πρόσφατος νόμος για την ανώτατη παιδεία τροποποίησε τον παλαιότερο σχετικά με την προστασία του πανεπιστημιακού ασύλου χωρίς να καταστήσει όμως την προστασία του ασύλου καλλίτερη ούτε ασφαλέστερη. Αντίθετα, με μια σειρά διατάξεων του και ειδικά εκείνη του άρθρου 2 παρ. 5 του 1268/1982, όπως τροποποιήθηκε από το νέο νόμο, διευρύνθηκαν υπέρμετρα οι αξιόποινες πράξεις και έγινε οι περιγραφή τους με γενικόλογους και αόριστους προσδιορισμούς έτσι ώστε να καθίσταται η εκεί πρόβλεψη των αξιόποινων πράξεων αντίθετη στους συνταγματικούς ορισμούς του άρθρου 7 του Συντάγματος, που επιβάλλει τον την βέβαιη και ειδική περιγραφή της αξιόποινης πράξης. (Βλέπε σχετικά και τη θέση του καθηγητή Ν. Παρασκευόπουλου όπως δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες).
Η παραβίαση πάντως του ασύλου κινδυνεύει, ακόμη και σήμερα, κυρίως από τις δημόσιες αρχές και ειδικά από τις αστυνομικές, απέναντι στις οποίες και στρέφεται. Οι τρίτοι ή οι ομάδες ατόμων που εισβάλλουν αυθαίρετα στους πανεπιστημιακούς χώρους δεν παραβιάζουν, αν θέλουμε να κυριολεχτήσουμε, το πανεπιστημιακό άσυλο, απλώς χρησιμοποιούν το άσυλο καταχρηστικά καταστρέφοντας και καταπατώντας τους χώρους του διαπράττοντας, ενδεχομένως, άλλους είδους αξιόποινες παραβιάσεις, όχι όμως εκείνη της παραβίασης του ασύλου. Οι βιαιοπραγίες που διαπράττουν οδηγούν, πάντως μακρο-πρόσθεμα, σίγουρα στον εκφυλισμό του πανεπιστημιακού ασύλου και στην απάλειψη της αίγλης και της ηθικής ακτινοβολίας του. Το ίδιο κάνουν και οι παρατεταμένες, συχνές, αναίτιες και αυθαίρετες ‘καταλήψεις’ των πανεπιστημιακών από ομάδες φοιτητών ή από πανεπιστημιακές παρατάξεις.
Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι μια θεσμική εγγύηση της ελεύθερης και ανεξάρτητης διεξαγωγής της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας από κάθε είδους παρεμβάσεις, εκβιασμούς ή χειραγωγήσεις από οπουδήποτε και αν προέρχονται, είτε από δημόσιες είτε από ιδιωτικές εξουσίες. Στους πανεπιστημιακούς ανήκει σήμερα, όπως και πάντα η ηθική ευθύνη να διαφυλάξουν το αγαθό αυτό όχι μόνο από την παραβίασή του αλλά και από τον σταδιακό εκφυλισμό του, στον οποίο συντείνουν, δυστυχώς και αποφάσεις, πρακτικές ή ανταγωνισμοί των πολιτικών κομμάτων καθώς και η εκμετάλλευση που γίνεται των γεγονότων από την κερδοσκοπική αδηφαγία των ηλεκτρονικών κυρίως μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Τελειώνοντας θέλω να ρωτήσω τον Γιώργο αν θεωρεί και αν υπερασπίζεται τη θέση ότι η τέχνη, η επιστήμη, η διδασικαλία και και η έρευνα ειναι δικαιώματα (ελευθερίες) ανεπιφύλακτα ή αν τελούν και αυτά υπό την επιφύλαξη του νόμου και έχει γ αυτόν νόημα η διάκριση ανάμεσα σε ανεπιφύλακτα και μη δικαιώματα. Το άσυλο και η ακαδημαική ελευθερία τελούν υπό την επιφύλαξη του νόμου;
Jura sunt vigilantibus scripta
Το πανεπιστημιακό άσυλο και η αμφισβήτησή του
Γιώργου Σ.-Π. Κατρούγκαλου, Επ. Καθηγητή ΔΠΘ
ΕφημΔΔ Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2006, σελ. 678 κ.ε
[διαβάστε το άρθρο εδώ]
Η επικαιρότητα του πανεπιστημιακού ασύλου
και οι συνταγματικοί φραγμοί κατά της ανατροπής
Γιώργου Σ. Κατρούγκαλου, Αν. Καθηγητή ΔΠΘ

Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, ήρθε για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο η αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο βάλλεται εκ νέου ως «παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία, θεσμοθετημένης ασυδοσίας». Το νέο στοιχείο είναι ότι οι βολές δεν προέρχονται πλέον μόνο από συντηρητικούς χώρους. Πρόσφατα, για παράδειγμα, δημοσιεύθηκε άρθρο του καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου το οποίο καλεί σε νομοθετική κατάργηση του ασύλου[1].
Επέλεξα σαν καμβά, ή μάλλον ως παρτιτούρα αντίστιξης των όσων ακολουθούν το άρθρο αυτό όχι μόνον γιατί οι κριτικές του παρατηρήσεις είναι απείρως σοβαρότερες από αυτές των συνήθων πολεμίων του ασύλου, αλλά κυρίως γιατί ο δάσκαλος μου στο πρώτο έτος της νομικής είναι από τα βασικά μέλη του κύκλου μας, οπότε η κριτική μου δεν είναι τόσο εν δήμω όσο εν οίκω.
Στο πρώτο μέρος της μικρής αυτής συμβολής αναφέρομαι κριτικά στις πολιτικές παραμέτρους του ζητήματος, στο δεύτερο στη συνταγματική του διάσταση.

Α- Η αβάσιμη πολιτική αμφισβήτηση της αναγκαιότητας του ασύλου
Υπάρχουν δύο βασικά επιχειρήματα πολιτικής, εκ των οποίων το ένα προβάλλει τον απολιθωματικό του χαρακτήρα, ότι, δηλαδή, δεν υπηρετεί πλέον καμιά σκοπιμότητα. Το δεύτερο προβάλλει τους κινδύνους διάχυσης της «ανομίας» που αυτό συνεπάγεται.
Πρώτο επιχείρημα: Το άσυλο δεν κατοχυρώνεται νομοθετικά πουθενά στον κόσμο. Γιατί, στις μεν δημοκρατίες, η αστυνομία ούτε που διανοείται να επέμβει στα ΑΕΙ χωρίς να κληθεί από τις πανεπιστημιακές αρχές. Στις δε δικτατορίες επεμβαίνει ούτως ή άλλως χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Το έτος 1977 ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε διοριστεί από μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, στο πλαίσιο μιας, γενικά, ομαλής κοινοβουλευτικής ζωής, εξέδωσε την παρακάτω γνωμοδότηση, ως προς τα όρια επέμβασης της αστυνομικής δύναμης στο Πανεπιστήμιο:
«Ειδικώτερον η παρουσία της αστυνομικής αρχής και η υπ' αυτής ενέργεια των εκ των νόμων επιβαλλομένων εις αυτήν, εις προσιτούς εις πάντα Πανεπιστημιακούς χώρους, ως λ.χ. εις τον προ του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών τοιούτον, δεν χρήζει της αδείας οιουδήποτε. (…)
Η παρουσία της αστυνομικής αρχής εις τας φοιτητικάς συνελεύσεις όταν αύται πραγματοποιούνται άνευ εγγράφου αδείας του Πρυτάνεως (…) ως επίσης εις τας κατόπιν αδείας πραγματοποιούμενας συνελεύσεις, τας εκ του σκοπού των παρεκτραπείσας και μεταβληθείσας εις πολιτικάς συναθροίσεις περιέχουσας τον αυτόν κίνδυνον, η αστυνομική αρχή, δεν, έχει, κατά την γνώμην μας, ανάγκην αδείας τινός. (…) Εις την αστυνομικήν αρχήν επιβάλλεται ιδιαιτέρως ή μέριμνα αμέσου διαγραφής των εγγραφών και αφαιρέσεως των επικολληθέντων εντύπων και των «πανώ».

Τα παραπάνω μοιάζουν με δυστοπική εναλλακτική πραγματικότητα, δεν αποτελούν όμως επιστημονική φαντασία αλλά μια δυνάμει μελλοντική εξέλιξη ενός πανεπιστημίου χωρίς πανεπιστημιακό άσυλο, αν σκεφτεί κανείς και την εν γένει τάση ενδυνάμωση των κρατικών μηχανισμών ελέγχου και παρακολούθησης μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής είναι η διαμόρφωση ενός νέου παραδείγματος αμφισβήτησης των εγγυήσεων προστασίας της ασφάλειας του προσώπου. Τούτο συμβαίνει αφενός με ευθείες νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι, η εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης και αφετέρου με υπόγειες κινήσεις των κατασταλτικών μηχανισμών (βλ. π.χ. τη μυστική κράτηση σε φυλακές ευρωπαϊκών χωρών και διακομιδή απαχθέντων κρατούμενων της CIA που κατήγγειλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο[2], τις «δικές μας» απαγωγές Πακιστανών κ.λ.π.).
Για το λόγο αυτό ως αυτονόητο γεγονός και χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη η Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποδέχθηκε την εισήγηση του Αντώνη Μανιτάκη, κατά την οποία «η παραβίαση πάντως του ασύλου κινδυνεύει, βέβαια, ακόμη και σήμερα, κυρίως από τις δημόσιες αρχές και ειδικά από τις αστυνομικές, απέναντι στις οποίες και στρέφεται»[3].

Επιχείρημα δεύτερο: Για συμβολικούς πρωτίστως λόγους, πρέπει και σήμερα η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου να καταργηθεί. Όχι απλώς επειδή, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν υπηρετεί καμιάν απολύτως σκοπιμότητα. Αλλά γιατί το άσυλο, έτσι όπως έχει καταντήσει, υποθάλπει, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, τη βία και την ανομία.
Οι βανδαλισμοί σε κατειλημμένα κτίρια αποτελούν από πολιτική άποψη εκφυλιστικά φαινόμενα, από δε πλευράς συνταγματικού δικαίου κλασική περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος (του αντανακλαστικού δικαιώματος που απορρέει από τη θεσμική εγγύηση για απόκρουση κάθε αστυνομικής επέμβασης) κατ’ άρθρο 25 παρ. 3 και συνεπάγονται την άρση της συνταγματικής προστασίας[4].
Άλλωστε, η απαγόρευση επέμβασης αφορά μόνο τη δημόσια δύναμη, ενώ τα πανεπιστημιακά όργανα όχι απλώς μπορούν, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία, κατά την κρίση τους, μέτρα φύλαξης ή επιτήρησης, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής κίνηση και παραμονή στους πανεπιστημιακούς χώρους[5]. Αν δεν το πράξουν, παραβιάζουν θεσμική τους υποχρέωση, χωρίς να ευθύνεται για αυτό το πανεπιστημιακό άσυλο[6]. Εξυπακούεται δε ότι αποτελεί υποχρέωση, όχι νομική, αλλά θεσμική, πολιτικό καθήκον του φοιτητικού κινήματος να περιφρουρήσει εξαρχής το ίδιο το χώρο του. Όταν οι περιστάσεις έχουν φτάσει στο σημείο να απαιτούν επέμβαση των πρυτανικών ή άλλων αρχών, τούτο αποτελεί από μόνο του απόδειξη της αποτυχίας του φοιτητικού κινήματος και της εν γένει πανεπιστημιακής κοινότητας να ανταποκριθεί στην υποχρέωση του αυτή.
Η λογική, όμως, κατά την οποία όταν υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος θα πρέπει να καταργείται το ίδιο το δικαίωμα, προφανώς θα οδηγούσε στην πλήρη κατάργηση μιας σειράς δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης (ελευθερία συνάθροισης, συνεταιρίζεσθαι, συνδικαλιστική ελευθερία κ.λ.π.). Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς συνταγματολόγο που να αποδέχεται παρόμοια προοπτική.
Β- Η συνταγματική κατοχύρωση του ασύλου και η συνεπαγόμενη αδυναμία νομοθετικής του κατάργησης
Ευτυχώς ή δυστυχώς, πάντως, η κατάργηση (όχι, προφανώς, η ρύθμιση επιμέρους πλευρών της προστασίας του ασύλου) εκφεύγει της αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη. Και τούτο γιατί τούτο έχει διπλή συνταγματική κατοχύρωση, αφενός ως έκφανση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και αφετέρου λόγω σχετικού συνταγματικού εθίμου. Συνεπώς, το άσυλο προϋπήρχε της νομοθετικής του κατοχύρωσης και για το λόγο αυτό ο νομοθέτης του ν. 1268/1982 συνειδητά χρησιμοποίησε τη φράση «αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο»[7], για να δείξει ακριβώς ότι δεν θεσπίσθηκε το πρώτον, αλλά υφίστατο ήδη, ως εθιμικός κανόνας συνταγματικής περιωπής, κατά το χρόνο της ρύθμισης.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στο πανεπιστημιακό άσυλο και σε «άσυλα» προηγούμενων ιστορικών περιόδων έγκειται ακριβώς στον πολιτικό χαρακτήρα του πρώτου, σε αντίθεση με το θεολογικό-ιδεολογικό χαρακτήρα των τελευταίων[8]. Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί μία κατάκτηση ελευθερίας που διαμορφώθηκε ιστορικά στο πλαίσιο του αγώνα για αυτονόμηση του Πανεπιστημίου αρχικά από τη μοναρχική και στη συνέχεια και από την εκκλησιαστική εξουσία. Για το λόγο αυτό όχι μόνον δεν αποτελεί «ελληνική πρωτοτυπία», αλλά θεωρείται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μία από τις βασικές θεσμικές εγγυήσεις του Πανεπιστημίου καθεαυτού[9].
Το άσυλο προστατεύει απολύτως και αυτοτελώς το χώρο του πανεπιστημίου, ανεξαρτήτως από το εάν εκτελούνται σε αυτό εκπαιδευτικές λειτουργίες[10]. Στο πλαίσιο αυτό εξασφαλίζει στις πανεπιστημιακές αρχές τον αποκλειστικό έλεγχο του χώρου ευθύνης τους, αποκλείοντας εκεί κάθε επέμβαση, ή και την απλή παρουσία της αστυνομίας[11], εκτός από τις περιπτώσεις που ο νόμος επιτρέπει[12]. Αποτελεί, επομένως, μία θεσμική εγγύηση που αποσκοπεί στο να προστατεύσει την αυτοδιοίκηση του Πανεπιστημίου, έναντι της κρατικής εξουσίας, ώστε να παραμείνει αυτό τόπος ακαδημαϊκής ελευθερίας και forum διακίνησης ιδεών.
Και τούτο γιατί ναι μεν ο αρχικός σκοπός της κατοχύρωσης του ήταν η θεσμική διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, το άσυλο όμως, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, εγγυάται στα όργανα αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο κάθε πανεπιστημιακού χώρου, χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση[13]. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει συμβάλει η συμπληρωματική θεμελίωση του ασύλου στο σχετικό συνταγματικό έθιμο που έχει διαμορφωθεί το οποίο προστατεύει πλέον όχι μόνον την ακαδημαϊκή ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας, αλλά γενικότερα την διακίνηση των ιδεών, ακόμη και εάν δεν γίνεται για εκπαιδευτικούς λόγους ή από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Οι απαρχές της θεμελιωτικής animus του εν λόγω εθίμου ανιχνεύονται στο 19ο αιώνα, εφόσον έγινε επίκλησή του ήδη στο πλαίσιο της πρώτης κατάληψης πανεπιστημιακού κτιρίου στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1897[14]. Σε όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα η ύπαρξη του ασύλου ήταν γενικής αποδοχής, με αμφισβήτηση μόνον των ορίων της χωρικής του έκτασης[15].
Είναι αλήθεια ότι συχνά το άσυλο παραβιάστηκε, πριν και μετά τη νομοθετική του κατοχύρωση. Οι παραβιάσεις αυτές δεν αποτελούν απόδειξη ανυπαρξίας ή ανατροπής του συνταγματικού εθίμου, για έναν απλό λόγο: οι αστυνομικές επεμβάσεις, ακόμη και κατά την δικτατορική περίοδο, πολύ περισσότερο μετά τη μεταπολίτευση, ουδέποτε έγιναν στο πλαίσιο πεποίθησης δικαίου ότι δεν υφίσταται πανεπιστημιακό άσυλο[16]. Τα όργανα της κρατικής εξουσίας πάντα δρούσαν θεωρώντας δεδομένου ότι υφίσταται κανόνας δικαίου που, κατ’αρχήν, δεν επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας δύναμης στο χώρο του πανεπιστημίου, και προέβαλαν post festum διάφορα προσχήματα για να δικαιολογήσουν την επέμβαση τους σε αυτό. Μάλιστα, η ιστορική ειρωνία είναι ότι ήταν η βιαιότερη πράξη κατάλυσής του που επιβεβαίωσε οριστικά την ευρεία συναίνεση γύρω από την ύπαρξή του: η επέμβαση του στρατού για τη συντριβή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Συνεπώς, η δημιουργία της animus προέκυψε αφενός θετικά, με τη στάση των φοιτητών και των οργάνων του φοιτητικού κινήματος που θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξή του, αλλά και αρνητικά, με την συμπεριφορά των κρατικών οργάνων αστυνόμευσης. Συνιστά, δηλαδή, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που το υλικό στοιχείο, το corpus του εθίμου, δεν ανάγεται σε πράξη αλλά σε παράλειψη με συνείδηση δικαίου, την αποχή δηλαδή των διωκτικών οργάνων από τα συνήθη καθήκοντά τους στο χώρο που ορίζεται από το άσυλο.
Η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν είναι μόνο συνταγματική διάταξη. Πριν από αυτήν ήταν, στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, διεκδίκηση• ύστερα από αυτήν είναι κατάκτηση. Και θα λειτουργήσει, στο μέτρο ιδίως που οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι στα ΑΕΙ θα έχουν τη θέληση να την περιφρουρήσουν και να την αξιοποιήσουν[17].

[1] Ν. Αλιβιζάτου, «Ασυλο: δεν αρκούν οι λεκτικές καταδίκες», Καθημερινή, 22-02-09.
[2] Έκθεση σχετικά με την εικαζόμενη χρήση ευρωπαϊκών κρατών από τη CIA για τη μεταφορά και την παράνομη κράτηση ατόμων (2006/2200(INI)), http://www.europarl.europa.eu/comparl/tempcom/tdip/final_report_el.pdf.
[3] Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ψήφισμα για το ζήτημα του Πανεπιστημιακού Ασύλου, 27.09.07.
[4] Πρβλ. ΑΠ 230/1994 ΠοινΧρ 1994.461, κατά την οποία το «άσυλο έχει την έννοια του προσδιορισμού ορισμένου χώρου ως τέτοιου, όπου κατ' αρχήν η αστυνομική δύναμη δεν μπορούσε, αν δεν είχε προμηθευθεί ορισμένη άδεια εκ της αρμοδίας αρχής του οικείου ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος, να προβαίνει σε συλλήψεις και όχι ως τέτοιου, όπου συγχωρείται η διάπραξη εγκλημάτων».
[5] Έτσι η Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Το πανεπιστημιακό άσυλο ΠοινΔικ 6/2003. 664.
[6] Βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Το Πανεπιστημιακό άσυλο, Απόπειρα, Μάρτιος 1990.6, πρβλ. και σημ. 12.
[7] Άρθρο 2 παρ. 4 ν. 1268/1982.
[8] «Άσυλο» ήταν στην αρχαία και τη μεσαιωνική περίοδο ιεροί χώροι όπου οι φυγάδες ικέτες μπορούσαν να βρουν καταφύγιο, όπως ο «καθάρσιος» βωμός του Δία στην Ολυμπία, καλουμένου του Δία «θεού καθαρσίου». Στη βυζαντινή εποχή τυποποιήθηκαν οι προϋποθέσεις του ασύλου με ρητές ρυθμίσεις του θετικού δικαίου. Έτσι, στην Α «Νεαρά» (Νovella) του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου οριζόταν ότι «η εκ των ιερών ασφάλεια τοις αδικουμένοις δίδοται, ουχί τοις αδικούσι», ενώ ανάλογη ρύθμιση υπάρχει και στην Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου (βιβλίο β' τίτλος θ'). Εκεί επαναλαμβάνεται και ανάλογη πρόβλεψη των Βασιλικών για την τιμωρία αυτού που παραβιάζει το άσυλο: «ο αυτογνωμόνως αποσπάσας τον καταφυγόντα εις την αγίαν εκκλησίαν τύπτεται, κείρεται και εξορίζεται». Βλ. σχετικά Ν. Πασχαλίδη, Το Πανεπιστημιακό Άσυλο, Υπεράσπιση, 1999.1283.
[9] Βλ. σχετικά Δ. Σαραφιανό, Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, αδημ. διδ. διατρ., 1994, σ. 331, με παραπομπές στους Mourgeon-Theron και Β. Toulemond, Les libertés et franchises universitaires en France, Revue des droits de l’ homme IV-1, 1971 σ. 8-10.
[10] «Το άσυλο αφορά το χώρο», παρατηρεί εύστοχα η Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου (Το πανεπιστημιακό άσυλο ΠοινΔικ 6/2003. 664). «Εφόσον η πλήρης αυτοδιοίκηση κατοχυρώνει την αποκλειστική ευθύνη των πανεπιστημιακών οργάνων να αποφασίζουν για τον τρόπο λειτουργίας όλων των χώρων που χρησιμοποιούνται από το διδακτικό προσωπικό και τους φοιτητές, είτε για διδασκαλία και έρευνα είτε και για την υποστήριξη της συμμετοχής τους στην ακαδημαϊκή ζωή, οι ίδιοι αυτοί χώροι καλύπτονται και από το πανεπιστημιακό άσυλο».
[11] Δεδομένου ότι και η απλή παρουσία μπορεί να επενεργήσει αρνητικά στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Βλ. σχετικά Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών 4/1989, πρβλ. Δ. Σαραφιανό, Θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, ό.π., σ. 431.
[12] Εύλογη εξαίρεση προβλέπεται, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 2 του νόμου 1268/1982, για τα αυτόφωρα κακουργήματα ή τα εγκλήματα κατά της ζωής, για την αντιμετώπιση των οποίων η αστυνομία όχι απλώς μπορεί αλλά υποχρεώνεται να επέμβει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από απλή πρόσκληση του οικείου πρύτανη. Η Συμεωνίδου-Καστανίδου, (ibidem) υπενθυμίζει ότι σε αυτά συμπεριλαμβάνονται εγκλήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί σε ακαδημαϊκούς χώρους χωρίς η αστυνομία να ενεργήσει κατασταλτικά, ως όφειλε, όπως αυτά της κατοχής εκρηκτικών υλών (άρθρο 272 ΠΚ) του εμπρησμού από τον οποίο μπορεί να προκληθεί κίνδυνος ανθρώπου (άρθρο 1 264 περ. β' ΠΚ), της έκρηξης (άρθρο 270 ΠΚ), της διακίνησης ναρκωτικών (άρθρα 5, 6 και 8 Ν 1 729/1987).
[13] Contra η Γνωμοδότηση 1/2003 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ΠοινΔικ 2003.272, κατά την οποία η φοιτητική εστία του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, μολονότι περιλαμβάνεται στην περίφρακτη έκταση της Πολυτεχνειούπολης, δεν καλύπτεται από το πανεπιστημιακό άσυλο, όπως και η Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 7/1989, κατά την οποία «ο χώρος του (πανεπιστημιακού) Νοσοκομείου Ρίου Πατρών δεν αποτελεί πανεπιστημιακόν χώρον και δύναται η δημόσια δύναμις να επέμβει εάν παραστεί ανάγκη προς τούτο προς προστασίαν της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας.»
[14] Βλ. σχετικά Χρ. Λάζο, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα, Αθήνα 1987, σ. 168, «Ιός», Ποιος φοβάται το άσυλο; «Ελευθεροτυπία» 26/11/2006.
[15] Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις του Ε. Γιαννόπουλου, «Νομικός Διάλογος», τχ. 2, 10/1979, «Ιός», Ποιος φοβάται το άσυλο; Ibidem.
[16] Πρβλ. Μ. Παπάζογλου, Φοιτητικό κίνημα και δικτατορία, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1975.
[17] Αρ. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, σε Συνταγματική θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη, 1980.674, σ. 714.
Άσυλο: δεν αρκούν οι λεκτικές καταδίκες
Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

Τα περιστατικά ωμής και απρόκλητης βίας που σημειώθηκαν τον τελευταίο καιρό σε βάρος πανεπιστημιακών καθηγητών μέσα στο χώρο της δουλειάς τους (Γιάννης Παπαδάτος, Γιάννης Πανούσης και όχι μόνο) δείχνουν ότι η κατάσταση με το άσυλο έχει φτάσει στο απροχώρητο.

Η ευγενέστερη κατάκτηση του φοιτητικού κινήματος, στα δύσκολα χρόνια του μετεμφυλιακού διχασμού και της δικτατορίας, έχει εκφυλισθεί σε άλλοθι για τον περιορισμό -αν όχι και την κατάργηση- της ελευθερίας του λόγου, της έρευνας και της διδασκαλίας, εκεί όπου εξ ορισμού θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να προστατεύεται. Ταυτόχρονα, το άσυλο «στέγασε» κάθε μορφής παρανομίες και επέτρεψε τον δημόσιο εξευτελισμό δασκάλων, σε βαθμό τόσο απάνθρωπο, που κανένα καθεστώς, κανένα κόμμα, καμιά παράταξη στη νεότερη ιστορία μας δεν είχε ως σήμερα αποτολμήσει. Ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής έντασης.

Η κατάσταση λοιπόν έχει φθάσει στο ως εδώ και μη παρέκει. Για να σωθεί ό,τι έχει απομείνει από το ελληνικό πανεπιστήμιο, δεν αρκούν οι λεκτικές καταδίκες.

*****

Το άσυλο δεν κατοχυρώνεται νομοθετικά πουθενά στον κόσμο. Γιατί, στις μεν δημοκρατίες, η αστυνομία ούτε που διανοείται να επέμβει στα ΑΕΙ χωρίς να κληθεί από τις πανεπιστημιακές αρχές. Στις δε δικτατορίες επεμβαίνει ούτως ή άλλως χωρίς να ρωτήσει κανέναν.

Η ρητή νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου, με τον νόμο-πλαίσιο του 1982, είχε συμβολικό νόημα. Θεσπίσθηκε για να τιμήσει τους φοιτητικούς αγώνες κατά της δικτατορίας, και όχι γιατί το πανεπιστημιακό άσυλο παραβιάσθηκε ποτέ, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Για συμβολικούς λοιπόν πρωτίστως λόγους, πρέπει και σήμερα η νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου να καταργηθεί. Όχι απλώς επειδή, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν υπηρετεί καμιάν απολύτως σκοπιμότητα. Αλλά γιατί το άσυλο, έτσι όπως έχει καταντήσει, υποθάλπει, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, τη βία και την ανομία.
*****

Από εκεί και πέρα, θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι, με την κατάργηση των σχετικών διατάξεων, θα εξαλειφθεί αυτομάτως η βία από το ελληνικό πανεπιστήμιο. Όπως συμβαίνει σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, η αστυνομία θα διστάσει να επέμβει -στις ακραίες περιπτώσεις που πρέπει δίχως άλλο να επέμβει- αν οι πανεπιστημιακές αρχές δεν την καλέσουν. Θα πρέπει, λοιπόν, πάνω απ’ όλα, όλοι όσοι συγκροτούμε την πανεπιστημιακή κοινότητα (διδάσκοντες προπάντων και φοιτητές) να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Εδώ, ωστόσο, επιβάλλεται να γίνει μια σημαντική διάκριση:

Τους κουκουλοφόρους και τους κάθε είδους οπαδούς της βίας, των ξυλοδαρμών και της τρομοκρατίας, οι πανεπιστημιακοί δεν μπορούμε ασφαλώς να τους σταματήσουμε. Αν η αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της, οι επιδρομές τους στα πανεπιστήμια θα συνεχισθούν, χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει ως πού μπορεί να φθάσουν.

Απεναντίας, για τη βία που ασκείται μέσα στο ίδιο το πανεπιστήμιο με τη μορφή προπηλακισμών, διακοπής μαθημάτων, κατάληψης αιθουσών και ολόκληρων κτιρίων, τη βία δηλαδή που «ανεπαισθήτως» ανεχόμαστε όλοι ως συγχωρητέα τάχα «ελληνική ιδιομορφία» και «αναγκαίο κακό»- θα πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι υπεύθυνοι για την αντιμετώπισή της είμαστε κυρίως εμείς οι ίδιοι. Εν ανάγκη και με τη βοήθεια της αστυνομίας.

*****

Προς τούτο, εμείς οι διδάσκοντες θα πρέπει από τη μια να ξεπεράσουμε τον καιροσκοπισμό που οδηγεί στη συναλλαγή, ακόμη και με τους οπαδούς αυτής της βίας, για την εκλογή σε πανεπιστημιακά αξιώματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και, από την άλλη, όσοι τουλάχιστον από μας συμβάλαμε, υπό διαφορετικές συνθήκες, στην κατοχύρωση του ασύλου, να εγκαταλείψουμε τους πατριωτισμούς εκείνων των εποχών, οι οποίοι μας έχουν καθηλώσει στην αδράνεια και την ανυποληψία.

Ίσως τότε, εμείς οι πανεπιστημιακοί να μπορέσουμε να «ξανα-ανακαλύψουμε» τη δουλειά μας. Μια δουλειά συναρπαστική, αφού μας συνδέει με ό,τι πιο ζωντανό και ωραίο διαθέτει η ελληνική κοινωνία. Κάτι που δεν μπορεί να το εξασφαλίσει ούτε η δόξα μιας πολιτικής καριέρας, ούτε το χρήμα από την άσκηση του όποιου επαγγέλματος.

Αν το κατορθώσουμε, αν ξαναβρούμε δηλαδή τον χαμένο ενθουσιασμό μας, πιστεύω ότι οι λόγοι που γεννούν τη βία στο πανεπιστήμιο θα εκλείψουν σε μεγάλο βαθμό. Και έτσι το άσυλο θα ξαναβρεί το αρχικό, το ευγενικό νόημά του.
_________________
Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.